Ἐκτινάξομαι καὶ τὸν ὕπνον τὸν ἐξ ἀθυμίας, ὃν ἡ νύξ μοι τῆς συμφορᾶς ἐπήνεγκε· καὶ διεγερθήσομαι πρὸς εὐθυμίαν, λευκὴν ὥσπερ ἰδὼν ἡμέραν τὴν φαιδροτέραν τῶν πραγμάτων κατάστασιν. Ἡ γὰρ προσδοκία τῆς τοῦ Θεοῦ ἀντιλήψεως οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν καὶ ἀναπίπτειν. <Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ.> (A f. 18 b.) Ἐπειδὴ, φησὶν, ὁ Κύριος ἀντελάβετό μου, διεγήγερμαι, καὶ οὕτω νεανικὸν πεπλούτηκα φρόνημα, ὡς κατὰ μηδένα δεδιέναι τρόπον, κἂν μυριάδες λαῶν τῶν μετὰ τοῦ Ἀβεσσαλὼμ περιστοιχίζοιντό με. Καλὴ τοιγαροῦν τῶν ἁγίων ἡ πίστις· δεδίασι γὰρ οὐδαμῶς κατατεθηγμένης αὐτῶν ἀναριθμήτου πληθύος ἐχθρῶν, ὅταν ἐπαμύνῃ Θεός. Ἀρκεῖ γὰρ καὶ μόνος παρὼν τὰς πολλὰς μυριάδας διασκεδάσαι.
Μετάφραση
Θα αποτινάξω και τον ύπνο της αθυμίας, τον οποίο μου έφερε η νύχτα της συμφοράς· και θα εγερθώ προς ευθυμία, βλέποντας σαν φωτεινή ημέρα την πιο λαμπρή κατάσταση των πραγμάτων. Διότι η προσδοκία της βοήθειας του Θεού δεν με αφήνει να κοιμάμαι και να καταπέφτω. <Δεν θα φοβηθώ από μυριάδες λαού.> (A f. 18 b.) Επειδή, λέει, ο Κύριος με βοήθησε, έχω εγερθεί και έχω αποκτήσει τόσο ακμαίο φρόνημα, ώστε να μη φοβάμαι με κανέναν τρόπο, ακόμη κι αν με περικυκλώνουν μυριάδες λαού από εκείνους που συντάσσονται με τον Αβεσσαλώμ. Είναι καλή, λοιπόν, η πίστη των αγίων· διότι δεν φοβούνται καθόλου το αναρίθμητο πλήθος των εχθρών που παρατάσσεται εναντίον τους, όταν τους υπερασπίζεται ο Θεός. Διότι αρκεί και μόνο η παρουσία Του για να διασκορπίσει τις πολλές μυριάδες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες