Τὸ διάψαλμα, μουσικοῦ μέλους ἢ τροπῆς γενομένης ἢ διανοίας καὶ δυνάμεως λόγου ἐναλλαγῆς. Τὸ, ἐξηγέρθην, τοῦτο δηλοῖ, ὅτι, τῆς θείας ἀπολαύσας τροπῆς, κρείττων ἐγενόμην τῶν προσπεσόντων κακῶν.] Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα. Τὸν περὶ τοῦ νοῦ ὕπνον φησὶ, δι᾽ οὗ καὶ εἰς τὴν ἁμαρτίαν κατέπεσεν. [Ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι. Πάταξον, σύντριψον, ἢ πατάξεις. Ἐπισπεύδει τὴν ἐξανάστασιν τὴν κατ᾽ αὐτῶν τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τὴν ἄμυναν. Ματαίως ἔχει τοὺς ἐχθροὺς ὁ μὴ παρέχων πρόφασιν μίσους. Ὀδόντας δὲ ἁμαρτωλῶν ἢ τὴν ἰσχὺν λέγει τῶν εἰς αὐτὸν ἁμαρτανόντων, ἢ τοὺς λόγους τοὺς κατ᾽ αὐτοῦ, καὶ τὰς βλασφημίας· ἢ ὀδόντες ἁμαρτωλῶν εἰσι λογισμοὶ ἄλογοι παρὰ φύσιν ἡμῖν ἐπισυμβαίνοντες. Τοῖς γὰρ λογισμοῖς ὡς ὀδοῦσι χρώμενοι πολλάκις ἀντικείμενοι προσεγγίζουσιν ἡμῖν, τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας ἡμῶν, τουτέστι τὰ ἐκ τῆς σαρκὸς φυόμενα. Φανερὰ δὲ, φησὶν, ἐστὶ τὰ ἔργα τῆς σαρκὸς, ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Ὀδόντας λέγει· ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν θηρίων τοῦτό φησιν, ἃ μᾶλλον τοῖς ὀδοῦσιν ἰσχύει, καὶ συνθλωμένων, εὐκαταφρόνητα γίνονται.
Μετάφραση
Το διάψαλμα υποδηλώνει την αλλαγή του μουσικού μέλους ή του τρόπου, ή την εναλλαγή του νοήματος και της δύναμης του λόγου. Το «εξηγέρθην», δηλώνει το εξής: ότι, αφού απόλαυσα τη θεία μεταστροφή, έγινα ανώτερος από τα κακά που μου επιτέθηκαν. «Εγώ εκοιμήθην και ύπνωσα». Αναφέρεται στον ύπνο του νου, μέσω του οποίου έπεσε και στην αμαρτία. «Ότι συ επάταξας πάντας τους εχθραίνοντάς μοι». Πάταξε, σύντριψε, ή θα πατάξεις. Επισπεύδει την εξέγερση του Θεού εναντίον τους, δηλαδή την άμυνά Του. Μάταια έχει εχθρούς εκείνος που δεν παρέχει αφορμή για μίσος. Ως «οδόντας αμαρτωλών» εννοεί είτε τη δύναμη εκείνων που αμαρτάνουν εναντίον του, είτε τα λόγια που στρέφονται κατ' αυτού και τις βλασφημίες· είτε πάλι «οδόντες αμαρτωλών» είναι οι άλογοι λογισμοί που μας συμβαίνουν παρά φύσιν. Διότι οι πολέμιοι δαίμονες, χρησιμοποιώντας συχνά τους λογισμούς ως δόντια, μας πλησιάζουν για να καταφάγουν τις σάρκες μας, δηλαδή εκείνα που γεννιούνται από τη σάρκα. «Φανερά δε», λέει ο θείος Απόστολος, «εστί τα έργα της σαρκός». Αναφέρει τη λέξη «οδόντας»· το λέει αυτό μεταφορικά από τα θηρία, τα οποία αντλούν τη δύναμή τους κυρίως από τα δόντια τους, και όταν αυτά συντριβούν, γίνονται εντελώς ευκαταφρόνητα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες