Ὅτι ἐξέλιπεν ἐν ὀδύνῃ ἡ ζωή μου. Τὸ ἐπιτεταμένον τῆς διανοίας δηλοῖ. Καὶ τὰ ἔτη μου ἐν στεναγμοῖς. Διετέλεσα, φησὶ, στενάζων ἀπὸ τῶν κακῶν. Ἠσθένησεν ἐν πτωχείᾳ ἡ ἰσχύς μου. Πτωχεύσας, φησὶ, τῆς παρὰ σοῦ βοηθείας διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἠσθένησα. Καὶ τὰ ὀστᾶ μου ἐταράχθησαν. Ὀστᾶ τὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις φησίν. [Ὅτι ἐξέλιπεν ἐν ὀδύνῃ ἡ ζωή μου. Ἡ ἔνδεια, φησὶ, τῶν ἀναγκαίων κατέτηξέ μου τὸ σῶμα, ὅτι ὁ Σιφεὶ καὶ ὁ Βερσελεὶ ἤνεγκαν τῷ Δαυῒδ πυροὺς καὶ κριθὰς, καὶ ἄλευρα, καὶ κύαμον, καὶ φάκον, καὶ μέλι, καὶ ἕτερά τινα· καὶ τάπητας, καὶ στρώματα· καὶ προσήνεγκαν τῷ λαῷ ταῦτα, καὶ τὰς τροφάς· ὅτι ἔλεγον τὸν λαὸν πεινᾷν, καὶ ἐκλελύσθαι διψήσαντα ἐν τῇ ἐρήμῳ.] Παρὰ πάντας τοὺς ἐχθρούς μου ἐγενήθην ὄνειδος. [Νεκρὸς μὲν ἀπὸ καρδίας ἐστὶν ὁ ἐστερημένος ἀρετῶν.] Καὶ οἱ ἐχθροί μου, φησὶν, ὠνείδιζόν με, καὶ οἱ γνωστοί μου ἐφοβοῦντό με, καὶ οἱ θεωροῦντες ἀπέφευγον διὰ τὴν ὑπερβολὴν ἧς ὑπερεδεικνύμην μετανοίας· σάκκῳ δὲ καὶ σποδῷ κατατρυχόμενος, καὶ ἡμέρας καὶ νυκτὸς κλαίων. Διὸ καὶ φευγόντων αὐτῶν, ἐν λήθῃ γεγένημαι, ὥσπερ ἀμέλει καὶ νεκρὸς ἐδόκουν σκεύει ἐοικέναι ἀπολωλότι. Τὸ δὲ, παρὰ πάντας, οὐχ ὑπὲρ πάντας εἰπεῖν βούλεται, ἀλλ᾽ ἀντὶ τοῦ, παρὰ πάντας· τουτέστιν παρὰ τῶν ἐχθρῶν ὠνειδίσθην.
Μετάφραση
Διότι εξέλιπε μέσα στην οδύνη η ζωή μου. Αυτό δηλώνει την ένταση της διανοίας. Και τα έτη μου με στεναγμούς. Διετέλεσα, λέγει, να στενάζω από τις συμφορές. Εξασθένησε μέσα στην πτώχεια η ισχύς μου. Έχοντας πτωχεύσει, λέγει, από τη δική σου βοήθεια εξαιτίας της αμαρτίας, εξασθένησα. Και τα οστά μου ταράχθηκαν. Με τη λέξη οστά εννοεί τις δυνάμεις της ψυχής. [Διότι εξέλιπε μέσα στην οδύνη η ζωή μου. Η στέρηση, λέγει, των αναγκαίων έφθειρε το σώμα μου, διότι ο Σιφεί και ο Βερζελλί έφεραν στον Δαβίδ σιτάρι και κριθάρι, και αλεύρι, και κουκιά, και φακές, και μέλι, και διάφορα άλλα· και τάπητες, και στρώματα· και τα προσέφεραν αυτά στον λαό, καθώς και τις τροφές· διότι έλεγαν ότι ο λαός πεινά και έχει εξαντληθεί από τη δίψα στην έρημο.] Έγινα όνειδος εξαιτίας όλων των εχθρών μου. [Νεκρός από την καρδιά του είναι εκείνος που στερείται τις αρετές.] Και οι εχθροί μου, λέγει, με ονείδιζαν, και οι γνωστοί μου με φοβούνταν, και όσοι με έβλεπαν με απέφευγαν εξαιτίας της υπερβολικής μετάνοιας που επεδείκνυα· καθώς καταπονούμουν με σάκο και στάχτη, και έκλαιγα ημέρα και νύχτα. Γι' αυτό και καθώς εκείνοι απομακρύνονταν, παραδόθηκα στη λήθη, ωσάν να ήμουν δηλαδή νεκρός, και φαινόταν να μοιάζω με σκεύος χαμένο. Η δε φράση, «παρὰ πάντας», δεν θέλει να πει «περισσότερο από όλους», αλλά αντί τούτου τίθεται για το «από όλους»· δηλαδή, ονειδίστηκα από τους εχθρούς μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες