Καὶ ὅμως, ὦ Δαυίδ, τοιαῦτα οὐκ εἶπεν ὡς σύ· 〈Ἕως πότε, κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος;〉 Ἐννόησον δὲ τὰ κατὰ Μωυσέα καὶ τὰ κατὰ σέ. Σύ, ὦ Δαυίδ, ἐν κώμῃ ἀνετράφης· ἐκεῖνος ἐν πόλει. Σὺ ἀγροικικαῖς χερσὶν ἐβαστάχθης· ἐκεῖνος ἐν βασιλικαῖς ἀγκαλαῖς ἐγαλουχήθη. Σὺ ἐκ βρέφους ποιμὴν προβάτων· ἐκεῖνος ἐκ παιδίου φύλαξ γραμμάτων· 〈Ἐπαιδεύθη〉 γὰρ 〈Μωυσῆς πάσῃ σοφίᾳ Αἰγυπτίων.〉 Οἱ σοὶ δάκτυλοι ἥρμοσαν ὄργανον· οἱ ἐκείνου δάκτυλοι δημιουργίαν οὐρανοῦ καὶ γῆς ἔγραψαν. Σοῦ αἱ χεῖρες ἐποίησαν ψαλτήριον δεκάχορδον· ἐκείνου αἱ χεῖρες ἐπήνεγκαν Αἰγυπτίοις δεκάπληγον μάστιγα, τῷ δὲ Ἰσραὴλ ἤνεγκαν δεκάλογον σάλπιγγα. Ἡ σὴ τροφὴ ὡς ποιμένος γάλα καὶ τυρός· ἡ ἐκείνου τροφὴ μάννα καὶ ἄρτος οὐράνιος 〈...〉 ἐκεῖνος ᾄδει καὶ ὁ Φαραὼ καταποντίζεται. Σὺ τὸ πτερύγιον τοῦ Σαοὺλ διέρρηξας· ἐκεῖνος τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης ἔσχισε. Σὺ ἀπὸ τοῦ λάκκου τοῦ ἐκ Βηθλεὲμ ὕδωρ πιεῖν ἐπεθύμησας· ἐκεῖνος ἐκ πέτρας ἀκροτόμου ἔπιεν ὕδωρ γλυκύτερον μέλιτος. Σὺ προσδοκῶν τὸν δεσπότην προσεύχει· 〈Ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου·〉 ἐκεῖνος ἀπέλαυσε τῆς θεοπτίας εἰπών· 〈Κύριος ἐκ Σινὰ ἥκει καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν ἐξ ὄρους κατασκίου.〉 Σοὶ ζῶντι χρηματίζω καὶ διαλέγομαι· τὸν δὲ Μωυσέα καὶ μετὰ θάνατον παριστῶ καὶ ὁμιλῶ αὐτῷ ἐν τῷ ὄρει ἐπὶ τῶν ἀποστόλων μεταμορφούμενος.
Μετάφραση
Και όμως, ω Δαβίδ, τέτοια λόγια δεν είπε, όπως εσύ: «Έως πότε, Κύριε, θα με ξεχνάς ολοκληρωτικά;» Αναλογίσου, λοιπόν, τα όσα αφορούν τον Μωυσή και τα όσα αφορούν εσένα. Εσύ, ω Δαβίδ, ανατράφηκες σε χωριό· εκείνος σε πόλη. Εσύ κρατήθηκες από αγροτικά χέρια· εκείνος γαλουχήθηκε σε βασιλικές αγκάλες. Εσύ από βρέφος ήσουν ποιμένας προβάτων· εκείνος από παιδί φύλακας των γραμμάτων· διότι «εκπαιδεύτηκε ο Μωυσής σε όλη τη σοφία των Αιγυπτίων». Τα δικά σου δάχτυλα κούρδισαν όργανο· τα δικά του δάχτυλα κατέγραψαν τη δημιουργία του ουρανού και της γης. Τα δικά σου χέρια κατασκεύασαν δεκάχορδο ψαλτήρι· τα δικά του χέρια επέφεραν στους Αιγυπτίους μάστιγα δέκα πληγών, ενώ στον Ισραήλ έφεραν τη σάλπιγγα του Δεκαλόγου. Η δική σου τροφή ως ποιμένα ήταν γάλα και τυρί· η δική του τροφή ήταν το μάννα και ο ουράνιος άρτος [...] εκείνος ψάλλει και ο Φαραώ καταποντίζεται. Εσύ έκοψες την άκρη από το πανωφόρι του Σαούλ· εκείνος έσχισε τον βυθό της θάλασσας. Εσύ επιθύμησες να πιεις νερό από το πηγάδι της Βηθλεέμ· εκείνος ήπιε από την ακρότομη πέτρα νερό πιο γλυκό από το μέλι. Εσύ, προσδοκώντας τον Δεσπότη, προσεύχεσαι: «Φανέρωσε το πρόσωπό σου στον δούλο σου»· εκείνος απόλαυσε τη θεοπτία λέγοντας: «Ο Κύριος ήλθε από το Σινά και φανερώθηκε σε εμάς από το κατάσκιο όρος». Σε εσένα, όσο ζεις, αποκαλύπτομαι και συνομιλώ· τον Μωυσή όμως και μετά θάνατον τον παρουσιάζω δίπλα μου και του ομιλώ στο όρος, μεταμορφούμενος ενώπιον των αποστόλων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες