Ἐξεζήτησα τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέ μου. Ταῦτα, φησὶν, ἀκουσάτωσαν οἱ πραεῖς, ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ τῷ χαλεπῷ, ὅτε πᾶς μὲν θυμὸς τῶν μνησικακούντων ἐκινεῖτο κατ᾽ ἐμοῦ, πᾶσα δὲ χεὶρ ἐπ᾽ ἐμὲ ὡπλίζετο, γυμνὸς δὲ ἐγὼ καὶ ἄοπλος ἕτοιμος εἰς πᾶσαν αἰκίαν ἐξεκείμην τοῖς πολεμίοις, τότε οὐ συνεχύθην τοὺς διαλογισμοὺς τῷ φόβῳ, οὐκ ἐξεκρούσθην ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ ἐννοίας, οὐκ ἀπέγνων τῆς ἐμαυτοῦ σωτηρίας, ἀλλ᾽ ἐξεζήτησα τὸν Κύριον Οὐχὶ ἐζήτησα μόνον ἁπλῆν τινα καὶ χρονικὴν πρὸς τὸν Κύριον ἐλπίδα, ἀλλ᾽ ἐξεζήτησα. Πλεῖον γάρ τι δηλοῖ παρὰ τὸ ζητῆσαι ἡ ἔμφασις τοῦ ἐκζητῆσαι, ὡς καὶ παρὰ τὴν ἔρευναν ἡ ἐξερεύνησις. Ἐξέλιπον γὰρ ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις. Πολλὴν οὖν τινα σχολὴν καὶ ἀταραξίαν ὁ λόγος παρίστησι διὰ τῆς ἐκζητήσεως.
Μετάφραση
Εκζήτησα τον Κύριο, και με εισάκουσε. Αυτά, λέγει, ας τα ακούσουν οι πράοι, ότι εγώ, σε εκείνον τον χαλεπό καιρό, όταν όλος ο θυμός των μνησίκακων στρεφόταν εναντίον μου, και κάθε χέρι οπλιζόταν εναντίον μου, και ενώ εγώ, γυμνός και άοπλος, ήμουν εκτεθειμένος στους εχθρούς έτοιμος για κάθε βασανιστήριο, τότε δεν συγχύστηκαν οι λογισμοί μου από τον φόβο, δεν απομακρύνθηκα από τη σκέψη του Θεού, δεν απελπίστηκα για τη δική μου σωτηρία, αλλά εκζήτησα τον Κύριο. Δεν ζήτησα απλώς κάποια κοινή και πρόσκαιρη ελπίδα από τον Κύριο, αλλά τον εκζήτησα. Διότι η έμφαση του ρήματος «εκζητώ» δηλώνει κάτι περισσότερο από το απλό «ζητώ», όπως ακριβώς και η «εξερεύνηση» σε σχέση με την απλή «έρευνα». Διότι λέγει η Γραφή, «εξαντλήθηκαν κάνοντας επισταμένες εξερευνήσεις». Επομένως, ο λόγος αυτός φανερώνει πολλή ησυχία και αταραξία μέσω της λέξεως «εκζήτηση».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες