Καὶ ταῦτά φησιν οὐκ ἀεργὴς ὢν αὐτός· οὐδὲ γὰρ ὁ Πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ πᾶσαν τὴν κρίσιν δέδωκεν τῷ Υἱῷ.—(B f. 119 b) Λέγων δὲ τὸ Μὴ ἀποστῇς ἀπ᾽ ἐμοῦ, διαδείκνυσιν ἐναργῶς ὅτι πάμμεγα πρὸς σωτηρίαν ἐφόδιον τὸ μόνον ἔχειν παρεστηκότα καὶ συνασπίζοντα τὸν τῶν ὅλων Θεόν. Οἱ γὰρ τούτου λαχόντες τὴν μέθεξιν, πάντη τε καὶ πάντως περιέσονται τῶν ἐχθρῶν, καὶ τὰς τῶν πολεμούντων αὐτοῖς ἐφόδους διακρούσονται γεννικῶς, καὶ οὐκ ἀνελοῖεν πώποτε γεγονότες ὑπ᾽ αὐτοῖς. <Κρῖνόν με, Κύριε, κατὰ τὴν δικαιοσύνην σου.> (B f. 119 b) Ἐξήνεγκεν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ ὅσιον ἐφ᾽ Υἱῷ τὸ κρῖμα· οὐ γὰρ συγκεχώρηκεν ἀκαταλήκτως ἐπιχειρεῖν αὐτῷ τοὺς εἰς αὐτὸν δυσσεβήσαντας, ἔσβεσε δὲ μᾶλλον αὐτῶν τὸν γέλωτα. —Ὡς κρῖμα δίκαιον αἰτεῖ τῇ τοῦ Πατρὸς δικαιοσύνῃ πρεπωδέστατον τὸ μὴ ἀφεῖναι τοῖς ἀποκτείνασιν αὐτὸν ταῖς κατ᾽ αὐτοῦ θυμηδίαις ἐντρυφᾷν, μήτε μὴν ἐπιγάννυσθαι πεπονθότι, καὶ τοῦτο μέχρι παντός. <Μὴ εἴποισαν ἐν καρδίαις αὐτῶν· Εὖγε, εὖγε, τῇ ψυχῇ ἡμῶν· μηδὲ εἴποισαν· Κατεπίομεν αὐτόν.> (B f. 119 b) Διὰ τοῦτο ἔσβεσε τῶν Ἰουδαίων ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τὸν γέλωτα, ἵνα μὴ λέγοιεν ἐν ταῖς ἑαυτῶν καρδίαις· «Εὖγε, εὖγε, τῇ ψυχῇ ἡμῶν.» Εἰ γὰρ μεμένηκεν ὁ Χριστὸς ἐν μόνῳ τῷ σταυρωθῆναι καὶ ἀποθανεῖν, ἔφασαν ἂν εἰκότως οἱ ἀποκτείναντες αὐτόν· «Εὖγε, εὖγε, τῇ ψυχῇ ἡμῶν,» καὶ προσέτι τοῦτο τὸ, «Κατεπίομεν αὐτόν.»
Μετάφραση
Και αυτά τα λέει ενώ ο ίδιος δεν είναι αδρανής· διότι ούτε ο Πατέρας κρίνει κανέναν, αλλά έχει δώσει όλη την κρίση στον Υιό. — (B f. 119 b) Λέγοντας δε το «Μην απομακρυνθείς από εμένα», αποδεικνύει ολοκάθαρα ότι μέγιστο εφόδιο για τη σωτηρία είναι το να έχει κανείς απλώς παραστάτη και συμπολεμιστή τον Θεό των όλων. Διότι εκείνοι που αξιώθηκαν να έχουν αυτή τη μέθεξη, με κάθε τρόπο και οπωσδήποτε θα επικρατήσουν των εχθρών, και θα αποκρούσουν γενναία τις επιθέσεις εκείνων που τους πολεμούν, και ποτέ δεν θα καταστραφούν πέφτοντας κάτω από την εξουσία τους. <Κρίνε με, Κύριε, σύμφωνα με τη δικαιοσύνη σου.> (B f. 119 b) Εξέδωσε ο Θεός και Πατέρας δίκαιη κρίση για τον Υιό· διότι δεν επέτρεψε να επιτίθενται εναντίον του αδιάκοπα όσοι ασέβησαν σε αυτόν, αλλά μάλλον έσβησε το γέλιο τους. — Ως δίκαιη κρίση, που ταιριάζει απόλυτα στη δικαιοσύνη του Πατέρα, ζητά το να μην επιτραπεί σε αυτούς που τον σκότωσαν να τρυφούν με χαρές εις βάρος του, ούτε βέβαια να χαίρονται επειδή αυτός έπαθε, και μάλιστα για πάντα. <Ας μην πουν μέσα στις καρδιές τους: Εύγε, εύγε στην ψυχή μας· ούτε ας πουν: Τον καταπιαμε.> (B f. 119 b) Για τον λόγο αυτό ο Θεός και Πατέρας έσβησε το γέλιο των Ιουδαίων, ώστε να μην λένε μέσα στις καρδιές τους: «Εύγε, εύγε στην ψυχή μας». Διότι, εάν ο Χριστός παρέμενε μόνο στο να σταυρωθεί και να πεθάνει, εύλογα θα έλεγαν όσοι τον σκότωσαν: «Εύγε, εύγε στην ψυχή μας», και επιπλέον τούτο: «Τον καταπιαμε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες