Πεπλήθυνται καὶ τὸ ἔλεος κατὰ τοὺς ἀρτίως ἡμῖν εἰρημένους τρόπους. <Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς.> (A f. 190) Εἰ φῶς ἐστιν ἐκ φωτὸς τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱὸς, πότε οὐκ ἦν ἐν τῷ Πατρὶ τὸ φῶς αὐτοῦ; Ὡς γὰρ ἀχώριστον τοῦ πυρὸς τὸ φωτίζειν, οὔτω καὶ τοῦ Πατρὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ γεννώμενον φῶς. <Παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε.> (A f. 190, B f. 124) Λιτὴν ἀνατείνει τὴν ὑπὲρ τῶν ἀγαπώντων τὸν Κύριον καὶ τὴν αὐτοῦ ἐπεγνωκότων ἐπιφάνειαν. Οἷς καὶ πρέποι ἂν τὸ ἐν παντὶ γενέσθαι καλῷ καὶ τοῖς παρ᾽ αὐτοῦ χαρίσμασιν ἐντρυφᾷν· τοῖς μὲν οὗν γινώσκουσιν αὐτὸν, παρατείνεσθαι τὸ ἔλεος παρακαλεῖ· τοῖς δὲ τὴν καρδίαν εὐθέσι, τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καθ᾽ ἣν αὐτοῖς τὰ πρὸς ἀξίαν ἀπονεμηθήσεται. Εἶεν δ᾽ ἂν οὐχ᾽ ἕτεροι παρὰ τοὺς πρώτους οἱ δεύτεροι· τουτέστι παρὰ τοὺς γινώσκοντας οἱ εὐθεῖς. Ἕπεται γὰρ τῇ παρὰ Θεοῦ γνώσει τὸ καὶ εὐθῆ τὴν διάνοιαν ἔχειν, τουτέστι κατ᾽ οὐδένα τρόπον διεστραμμένην. (C f. 76) Οἱ μὲν τὴν γνῶσιν μόνην ἔχοντες, τουτέστι τὴν πίστιν, ἐλέῳ δικαιοῦνται καὶ σώζονται· οἱ δὲ καὶ τὸ εὐθὲς ἐν ταῖς πράξεσι, τὸν τῆς δικαιοσύνης ἀπολαμβάνουσι στέφανον, ἤτοι τῆς ὁσίας ψήφου. <Μὴ ἐλθέτω μοι ποῦς ὑπερηφανείας.> (A f. 190 b) Ἔξω τοῦ πάθους ἀξιοῖ γενέσθαι.
Μετάφραση
Έχει πληθυνθεί και το έλεος σύμφωνα με τους τρόπους που αναφέραμε μόλις τώρα. <Στο φως σου θα δούμε φως.> (A f. 190) Εάν ο Υιός είναι φως εκ φωτός του Πατρός, πότε δεν υπήρχε μέσα στον Πατέρα το φως του; Διότι, όπως ο φωτισμός είναι αχώριστος από το πυρ, έτσι και από τον Πατέρα το φως που γεννάται από αυτόν. <Παράτεινε το έλεός σου σε εκείνους που σε γνωρίζουν.> (A f. 190, B f. 124) Αναπέμπει δέηση υπέρ εκείνων που αγαπούν τον Κύριο και έχουν επιγνώσει την επιφάνειά του. Στους οποίους θα ταίριαζε να μετέχουν σε κάθε καλό και να εντρυφούν στα χαρίσματά του· για εκείνους μεν που τον γνωρίζουν, παρακαλεί να παραταθεί το έλεος· για τους ευθείς δε στην καρδιά, τη δικαιοσύνη του, σύμφωνα με την οποία θα απονεμηθούν σε αυτούς τα όσα αξίζουν. Οι δεύτεροι δεν θα πρέπει να θεωρηθούν διαφορετικοί από τους πρώτους· δηλαδή οι ευθείς σε σχέση με αυτούς που γνωρίζουν. Διότι στη γνώση του Θεού έπεται το να έχει κανείς και ευθεία διάνοια, δηλαδή με κανέναν τρόπο διεστραμμένη. (C f. 76) Εκείνοι μεν που έχουν μόνο τη γνώση, δηλαδή την πίστη, δικαιώνονται και σώζονται με το έλεος· εκείνοι δε που έχουν και την ευθύτητα στις πράξεις, απολαμβάνουν το στεφάνι της δικαιοσύνης, δηλαδή της όσιας κρίσεως. <Ας μην έλθει σε εμένα πόδι υπερηφάνειας.> (A f. 190 b) Αξιώνει να παραμείνει απαλλαγμένος από το πάθος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες