Φησὶν ὁ παράνομος τοῦ ἁμαρτάνειν ἐν ἑαυτῷ. Οἴεται, φησὶν, ὁ κακίᾳ συντεθραμμένος μηδένα θεωρεῖν τῆς ψυχῆς αὐτοῦ κεκρυμμένα βουλεύματα. Τὸ γὰρ, φησὶν, ἀντὶ τοῦ, ἡγεῖται ἢ ὑπολαμβάνει, τέθεικεν. Αἴτιον δὲ τῆς τοιαύτης ἀναλγησίας τὸ μὴ δεδιέναι τὸν πάντα ἐφορῶντα δεσπότην. Οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ.
Μετάφραση
Λέει ο παράνομος μέσα του να αμαρτάνει. Νομίζει, λέει, αυτός που έχει ανατραφεί με την κακία, ότι κανείς δεν βλέπει τα κρυφά βουλεύματα της ψυχής του. Διότι τη λέξη «λέει» την έχει θέσει αντί του «θεωρεί» ή «υπολαμβάνει». Αιτία δε αυτής της αναλγησίας είναι το ότι δεν φοβάται τον Δεσπότη που επιβλέπει τα πάντα. Δεν υπάρχει φόβος Θεού ενώπιον των οφθαλμών του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες