Καταλιπὼν τὴν Μωσαϊκὴν βίβλον ἐπὶ τὰς βίβλους τῶν Βασιλέων μετάβηθι. Ὄψει γὰρ κἀκεῖ παῖδα φειδοῦς ἀξιούμενον, διότι γέννημα ἦν φιλοθέου πατρός. Σολομὼν δέ ἐστιν οὗτος ὁ πολυθρύλητος· ὅς, ἐπειδὴ προϊόντος τοῦ χρόνου οὐκ ἦν τῶν παθῶν αὐτοκράτωρ, δοῦλος δὲ μᾶλλον καὶ ἀκρατέστερος σωμεραστής, διὰ δὲ τὴν ἀπροσεξίαν τοῦ βίου μετέβαλεν καὶ τὴν πατρῴαν εὐσέβειαν, εἴδωλα μορφώσας τὰ τοῦ νόμου προσκόμματα· φησὶ πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός· Διαρρήσων διαρρήξω τὴν βασιλείαν σου καὶ δώσω αὐτὴν τῷ δούλῳ σου· πλὴν ἐν ταῖς ἡμέραις σου οὐ ποιήσω ταῦτα διὰ Δαβὶδ τὸν πατέρα σου· ἐκ χειρὸς τοῦ υἱοῦ σου λήψομαι αὐτήν. Ταῦτα ἡμᾶς ἡ ἱστορία παιδεύει· διδάσκει καὶ ἡ ᾠδὴ τῶν ψαλμῶν τὰ ὅμοια· Νεώτερος ἤμην· καὶ γὰρ ἐγήρασα καὶ οὐκ εἶδον δίκαιον ἐγκαταλελειμμένον οὐδὲ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ζητοῦν ἄρτους.
Μετάφραση
Αφήνοντας τη Μωσαϊκή βίβλο, προχώρησε στα βιβλία των Βασιλειών. Διότι και εκεί θα δεις ένα παιδί να τυγχάνει επιείκειας, επειδή ήταν γέννημα φιλόθεου πατέρα. Πρόκειται για τον πολυθρύλητο Σολομώντα, ο οποίος, καθώς περνούσε ο χρόνος, δεν ήταν κυρίαρχος των παθών του, αλλά μάλλον δούλος και ακράτητος λάτρης των σαρκικών ηδονών, και εξαιτίας της απροσεξίας του βίου του μετέβαλε και την πατρική ευσέβεια, κατασκευάζοντας είδωλα που αποτελούν προσκόμματα για τον νόμο. Λέει λοιπόν σε αυτόν ο Θεός: «Θα διασπάσω οπωσδήποτε τη βασιλεία σου και θα τη δώσω στον δούλο σου. Ωστόσο, στις μέρες σου δεν θα τα κάνω αυτά χάριν του Δαβίδ, του πατέρα σου. Από το χέρι του γιου σου θα την πάρω». Αυτά μας διδάσκει η ιστορία. Και η ωδή των ψαλμών διδάσκει παρόμοια πράγματα: «Ήμουν νέος και πράγματι γέρασα, και δεν είδα δίκαιο εγκαταλελειμμένο ούτε τους απογόνους του να ζητούν άρτο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες