Ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον, καὶ τὰ ἑξῆς. Ταῦτα, φησὶν, λαλούντων αὐτῶν, οὐδὲ ἀκούειν ἐδόκουν, οὐδὲ λαλεῖν τῆς, παῤῥησίας μου διὰ τῆς ἁμαρτίας ἀφῃρημένης. Ὅτι ἐπὶ σοὶ, Κύριε, ἤλπισα ... ὅτι εἶπα· Μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου. Τῶν τοσούτων, φησὶ, συμβάντων κακῶν, μίαν ἔχω σωτηρίας ἐλπίδα, τὴν ἐκ σοῦ γενησομένην μοι ἐπικουρίαν.
Μετάφραση
Εγώ όμως σαν κουφός δεν άκουγα, και τα εξής. Όταν εκείνοι τα έλεγαν αυτά, λέει, έδινα την εντύπωση ότι ούτε άκουγα ούτε μιλούσα, επειδή μου είχε αφαιρεθεί η παρρησία εξαιτίας της αμαρτίας. Διότι σε εσένα, Κύριε, ήλπισα... επειδή είπα: Ας μην επιχαρούν ποτέ εις βάρος μου οι εχθροί μου. Παρότι συνέβησαν τόσα πολλά δεινά, λέει, μία ελπίδα σωτηρίας έχω, την επικουρία που πρόκειται να προέλθει από εσένα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες