Ἐξησθένησε, φησὶν, ἡ δύναμις τῆς ἐμῆς ψυχῆς· ἡ δὲ αἰτία τῆς ἀσθενείας, ἡ ἁμαρτία. Ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου. Κατέκαμψέ με, φησὶν, τὸ βαρὺ τῆς ἁμαρτίας φορτίον. Ἀνιᾷ δέ με καὶ τῶν σεσηπότων ἐκείνων τραυμάτων ἡ δυσοσμία, ἃ, τὴν φρόνησιν ἀποβαλὼν, καὶ τῇ ἀφροσύνῃ δουλεύσας, εἰσεδεξάμην. Οὗ δὴ χάριν πάσης θυμηδίας ἐστερημένος, ἀσχάλλω καὶ ἀλύω διηνεκῶς, καὶ τῆς σκυθρωπότητος μεταβολὴν οὐχ εὑρίσκω. Ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾽ ἐμέ. Βαρύτητα τὴν τῆς συνειδήσεως εἰς ἀπόγνωσιν ὤθησιν μετ᾽ ἐπιτάσεώς φησιν.
Μετάφραση
Εξασθένησε, λέγει, η δύναμη της ψυχής μου· και η αιτία της ασθένειας είναι η αμαρτία. «Διότι οι ανομίες μου ξεπέρασαν το κεφάλι μου». Με λύγισε, λέγει, το βαρύ φορτίο της αμαρτίας. Με καταπονεί δε και η δυσοσμία εκείνων των σαπισμένων τραυμάτων, τα οποία απέκτησα, αφού απέβαλα τη φρόνηση και έγινα δούλος της αφροσύνης. Εξαιτίας αυτού ακριβώς, στερημένος από κάθε χαρά, οδύρομαι και αδημονώ διαρκώς, και δεν βρίσκω καμία μεταβολή της σκυθρωπότητάς μου. «Σαν βαρύ φορτίο βάρυναν πάνω μου». Με τον όρο «βάρος» εκφράζει μετ' επιτάσεως την ώθηση της συνειδήσεως προς την απόγνωση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες