Ὁ δὲ λόγος ἐρώτησις ἦν περὶ τῶν λοιπῶν ἡμερῶν. Ἠρώτα δὲ, μαθεῖν βουλόμενος εἰ ἐξαρκέσει αὐτῷ εἰς μετάνοιαν ὁ λοιπὸς τῶν ἡμερῶν χρόνος. Ἰδοὺ παλαιστὰς ἔθου τὰς ἡμέρας μου· καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ὡσεὶ οὐθὲν ἐνώπιόν σου. Εἰ καὶ εἰς μῆκος, φησὶ, παρατείνει μοι ζωὴ, ὡς οὐδὲν ἐνώπιόν σου λογισθήσεται. Εἰ γὰρ χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς σου ὡς ἡμέρα μία, τί ἂν εἴη χρόνος ἑνὸς ἀνθρώπου;
Μετάφραση
Ο δε λόγος του ήταν ερώτημα σχετικά με τις υπόλοιπες ημέρες. Ρωτούσε δε, επιθυμώντας να μάθει εάν ο υπόλοιπος χρόνος των ημερών θα του αρκέσει για μετάνοια. «Ιδού, παλαιστές έθεσες τις ημέρες μου· και η υπόστασή μου είναι ωσεί μηδέν ενώπιόν σου». Ακόμη κι αν παραταθεί σε μάκρος η ζωή μου, λέει, ως μηδέν θα λογισθεί ενώπιόν σου. Διότι, εάν τα χίλια έτη στα μάτια σου είναι σαν μία ημέρα, τι θα μπορούσε να είναι ο χρόνος της ζωής ενός ανθρώπου;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες