Μακάριος ἀνὴρ οὗ ἐστι τὸ ὄνομα Κυρίου ἐλπὶς αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς ματαιότητας καὶ μανίας ψευδεῖς. Μόνον τὸν τὴν ἐλπίδα ἐπιγραψάμενον εἰς Θεὸν μακάριόν φησιν, οὐ τὸν περισπασθέντα βιωτικαῖς μερίμναις, αἵτινες καὶ μανία καὶ ψεῦδός εἰσιν. [Ἐλπὶς αὐτοῦ. Εἶτα καὶ εἰς προτροπὴν ἕτερον ἐπιφέρει· Μακαριστὸς, φησὶ, τῷ ὄντι, ὃς τὸν Θεὸν μόνον ἔσχεν ἐλπίδα, καὶ οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς τὰς περὶ τὸν παρόντα βίον σπουδὰς, αἳ ματαιότητές εἰσι, καὶ μανίαι ψευδεῖς, καὶ εἰς κενὸν φροντίδες. Μανία δὲ σώφρων ἡ τοῦ παρόντος βίου κατάστασις, δι᾽ ἣν καὶ ἐξεστηκότες τοῖς πολλοῖς ἐδόκουν οἱ προφῆται, ἐφ᾽ ᾗ καὶ σεμνυνόμενος καὶ ὁ δίκαιος λέγει· Εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου.] Πολλὰ ἐποίησας σὺ, Κύριε ὁ Θεός μου, τὰ θαυμάσιά σου. Ἃ πέπραχας, φησὶν, ἐν τῷ τῆς οἰκονομίας καιρῷ, πολλά ἐστι καὶ θαυμάσια· ἃ καὶ ἑτέροις ἀπήγγειλα. Ἡ δὲ ἐπαγγελία ὅλην, φησὶ, διέδραμε τὴν ὑπ᾽ οὐρανὸν, ὡς καὶ κρείττονας ἀριθμοῦ γενέσθαι τοὺς πιστεύσαντας.
Μετάφραση
Μακάριος είναι ο άνθρωπος του οποίου η ελπίδα είναι το όνομα του Κυρίου, και ο οποίος δεν έστρεψε το βλέμμα του σε ματαιότητες και σε ψευδείς μανίες. Ονομάζει μακάριο μόνο εκείνον που έχει εναποθέσει την ελπίδα του στον Θεό, και όχι εκείνον που περισπάται από τις βιοτικές μέριμνες, οι οποίες είναι και μανία και ψεύδος. [Η ελπίδα του. Έπειτα, προτρεπτικά, προσθέτει και το εξής: Πραγματικά μακάριος, λέει, είναι αυτός που είχε ως μόνη του ελπίδα τον Θεό, και δεν έστρεψε το βλέμμα του στις επιδιώξεις του παρόντος βίου, οι οποίες είναι ματαιότητες, και ψευδείς μανίες, και μάταιες φροντίδες. Η δε κατάσταση του παρόντος βίου είναι σώφρων μανία, εξαιτίας της οποίας και οι προφήτες έδιναν στους πολλούς την εντύπωση ότι βρίσκονται σε έκσταση· γι' αυτήν σεμνύνεται και ο δίκαιος λέγοντας: Είπα κατά την έκστασή μου.] Πολλά είναι τα θαυμάσια που έκανες εσύ, Κύριε ο Θεός μου. Όσα έπραξες, λέει, κατά τον καιρό της θείας Οικονομίας, είναι πολλά και θαυμάσια, τα οποία και σε άλλους ανήγγειλα. Η δε αναγγελία τους, λέει, διέδραμε ολόκληρη την οικουμένη, ώστε αυτοί που πίστεψαν να ξεπεράσουν κάθε αριθμό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες