Τὸ οὖν ταχέως καὶ παραυτὰ εἰσακουσθῆναι ἐν θλίψει πλάτος ἔλεγεν. 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Τὰ κύματα τῶν θλίψεων ἡ ταχεῖα γαλήνη διέλυσεν· ἡ ἀφρίζουσα θάλασσα ἔσοπτρον ἐγένετο· αἱ καταιγίδες καὶ αἱ θύελλαι εἰς δρόσον μετεβλήθησαν· οἱ ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι ἱκέται καὶ προσκυνηταὶ γεγόνασιν. 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Οὐδέπω ὡς βρέφος τὸ στόμα ἤνοιξα καὶ ἤδη μοι ὡς μήτηρ ἡ πρόνοια τοῦ θεοῦ τὸν μασθὸν ἐνέθηκεν. 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Λιμῷ με τηκόμενον ἀπὸ καρποῦ σίτου καὶ οἴνου καὶ ἐλαίου ἐπλούτισεν, ὡς μὴ μόνον ἐμέ, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ὑπ᾽ ἐμὲ ἀπολαῦσαι. Διὸ ὑποκαταβὰς ἔλεγεν· 〈Ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου· ἀπὸ καρποῦ σίτου καὶ οἴνου καὶ ἐλαίου αὐτῶν ἐπληθύνθησαν.〉 Ἡ ἐκείνων περιουσία ἐμοὶ εὐωχία. 〈Ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Καθ᾽ ἱστορίαν δὲ ἐν θλίψει ἐπλάτυνεν αὐτῷ ὁ θεὸς τοῦτον τὸν τρόπον.
Μετάφραση
Το να εισακουστεί, λοιπόν, γρήγορα και αμέσως μέσα στη θλίψη, το ονόμαζε ευρυχωρία. «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες ευρυχωρία.» Τα κύματα των θλίψεων τα διέλυσε η γρήγορη γαλήνη. Η αφρισμένη θάλασσα έγινε καθρέφτης. Οι καταιγίδες και οι θύελλες μεταβλήθηκαν σε δροσιά. Οι εχθροί και οι πολέμιοι έγιναν ικέτες και προσκυνητές. «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες ευρυχωρία.» Ακόμη δεν είχα ανοίξει το στόμα μου σαν βρέφος, και ήδη, σαν μητέρα, η πρόνοια του Θεού μού πρόσφερε τον μαστό. «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες ευρυχωρία.» Ενώ έλιωνα από την πείνα, με πλούτισε με τον καρπό του σιταριού, του κρασιού και του λαδιού, ώστε να απολαύσω όχι μόνο εγώ, αλλά και όλοι όσοι βρίσκονταν υπό την εξουσία μου. Γι' αυτό, προχωρώντας παρακάτω, έλεγε: «Έδωσες ευφροσύνη στην καρδιά μου. Από τον καρπό του σιταριού, του κρασιού και του λαδιού τους πλήθυναν.» Η δική τους περιουσία είναι για μένα ευωχία. «Μέσα στη θλίψη μού έδωσες ευρυχωρία.» Σύμφωνα δε με την ιστορία, ο Θεός τού έδωσε ευρυχωρία μέσα στη θλίψη με αυτόν τον τρόπο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες