Λήθην δὲ ἐπὶ Θεοῦ μὴ πάθος εἶναι νόμιζε, ἀλλὰ τὴν ἐγκατάλειψιν. Ἡ γὰρ λήθη τὸ ἀνθρώπινον πάθος, μνήμης οὖσα ἀποβολὴ, θείας φύσεως οὐχ ἅπτεται· ἀπαθὲς γὰρ τὸ Θεῖον καὶ ἀμετάβλητον. Διὰ τοῦτο καὶ ἐρωτᾷ τὸ, «Διὰ τί μου ἐπελάθου;» Οὐδεὶς δὲ περὶ ἀκουσίου πάθους τῆς λήθης λέγει τὸ, Διὰ τί; ἀλλ᾽ ἑκούσιον λήθην παρίστησι τὴν περὶ ἄνθρωπον ἀφροντιστίαν, τὸν τῆς παρὰ Θεοῦ ἀνάξιον ἐπιμελείας. <Ἐν τῷ καταθλᾶσθαι τὰ ὀστᾶ μου, ὠνείδισάν με οἱ θλίβοντές με.> (I f. 218) Ἐχθρῶν δὲ διαμνημονεύσας, διαβάλλει μὲν αὐτῶν τὸ ἀνήμερον καὶ ἀνηλεές· Συνέθλων γὰρ τὰ ὀστᾶ μου, φησὶν, τουτέστιν ἀφορήτως ἐπεπήδων, καὶ ἀδεῶς ἐναλλόμενοι πᾶσαν ἐπῆγον συντριβήν.
Μετάφραση
Να μη νομίζεις ότι η λήθη στον Θεό είναι πάθος, αλλά εγκατάλειψη. Διότι η λήθη, που είναι ανθρώπινο πάθος καθώς αποτελεί απώλεια της μνήμης, δεν αγγίζει τη θεία φύση· επειδή το Θείο είναι απαθές και αμετάβλητο. Γι' αυτό και ερωτά: «Γιατί με ξέχασες;». Κανείς όμως δεν λέει το «Γιατί;» αναφορικά με το ακούσιο πάθος της λήθης, αλλά παρουσιάζει ως εκούσια λήθη την έλλειψη φροντίδας για τον άνθρωπο, για εκείνον που είναι ανάξιος της επιμέλειας του Θεού. <Όταν συντρίβονταν τα οστά μου, με χλεύαζαν αυτοί που με θλίβουν.> (I f. 218) Κάνοντας δε μνεία στους εχθρούς, στηλιτεύει το ανήμερο και ανελέητο του χαρακτήρα τους· διότι συνέτριβαν τα οστά μου, λέγει, δηλαδή μου επιτίθονταν αφόρητα, και ορμώντας αδίστακτα, προκαλούσαν ολοκληρωτική συντριβή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες