Βούλονται δὲ καὶ βασανισθῆναι τὴν αἰτίαν ὑφ᾽ ἧς διολώλασιν· αὕτη δὲ ἦν ἡ τοῦ διαβόλου σκαιότης, καὶ ᾑ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων πλεονεξία· τούτους γὰρ καὶ ἀνόσιον ἔθνος ὀνομάζουσιν· ἢ τάχα που καὶ τοὺς τῆς ἐκείνων ἀνοσιότητος ὑπουργοὺς, τοὺς Ἑλλήνων φημὶ λογάδας καὶ ποιητάς· τούτους δὲ καὶ ἀδίκους καὶ δολίους ὀνομάζουσιν, ὡς ἀπαταιῶνας καὶ ψεύστας. Φησὶ γάρ· <Κρῖνόν μοι, ὁ Θεὸς, καὶ δίκασον τὴν δίκην μου ἐξ ἔθνους οὐχ ὁσίου, κ.τ.λ.> (A f. 232 b) Σὺ, φησὶν, αὐτὸς γενοῦ μοι κριτὴς, Κύριε, ὁ μὴ ἐξ ἀκροάσεως δικάζων, ἀλλ᾽ ἐξ ἐπιστήμης τὸ δίκαιον ἐπιφέρων, καὶ τῆς τοῦ Σατανᾶ πλεονεξίας καὶ τῶν ἀλλοτρίων [num ἄλλων?] δαιμόνων ἀπάλλαξον. Ἄνθρωπον γὰρ τὸν διάβολον καὶ Ἡσαΐας ὀνομάζει λέγων· Αἰγύπτιον ἄνθρωπον, καὶ οὐ Θεὸν εἶπον βοηθῆσαι αὐτοῖς. <Ὅτι σὺ εἶ, ὁ Θεὸς, κραταίωμά μου, κ.τ.λ.> (A f. 232, I f. 219 b, L f. 115 b) Καὶ οἱ ἐκ περιτομῆς μεταγινώσκοντες, κραταίωμα ἑαυτῶν τὸν Θεὸν ἐπιγράφονται· καὶ οἱ ἐξ ἐθνῶν πιστεύσαντες, τοῦτον ἰσχὺν ἑαυτῶν τίθενται· καὶ οἱ αἰχμάλωτοι παρ᾽ ἄλλου λυτρωθῆναι οὐκ ἐλπίζουσιν. Ὅτ᾽ ἂν δὲ οἱ μὴ πιστεύσαντες Θεῷ λέγωσιν, ὅτι Σὺ εἶ, ὁ Θεὸς, κραταίωμά μου, φαμὲν ὅτι Θεός ἐστιν τῶν ὄλων δημιουργὸς, καὶ πάντα πρὸς τὸ εὖ εἶναι συνέχων· αὐτὸς κραταίωμα τῶν ὅλων, κατά γε τὴν ἐν ἀρχῇ τῇ κοινῇ φύσει δοθεῖσαν χάριν.
Μετάφραση
Επιθυμούν δε να εξεταστεί ενδελεχώς και η αιτία εξαιτίας της οποίας καταστράφηκαν· αυτή δε ήταν η σκαιότητα του διαβόλου, και η απληστία των ακαθάρτων πνευμάτων· διότι αυτούς τους ονομάζουν και ανόσιο έθνος· ή ίσως και τους υπηρέτες της δικής τους ανοσιότητας, εννοώ τους εκλεκτούς λογίους και ποιητές των Ελλήνων· αυτούς δε τους ονομάζουν και άδικους και δόλιους, ως απατεώνες και ψεύτες. Διότι λέγει: «Κρῖνόν μοι, ὁ Θεὸς, καὶ δίκασον τὴν δίκην μου ἐξ ἔθνους οὐχ ὁσίου, κ.τ.λ.» (A f. 232 b). Εσύ ο ίδιος, λέγει, γίνε κριτής μου, Κύριε, που δεν δικάζεις εξ ακοής, αλλά επιβάλλεις το δίκαιο από τέλεια γνώση, και απάλλαξέ με από την απληστία του Σατανά και των αλλότριων [άλλων;] δαιμόνων. Διότι άνθρωπο ονομάζει τον διάβολο και ο Ησαΐας, λέγοντας: Αιγύπτιο άνθρωπο, και όχι Θεό, είπα ότι θα τους βοηθήσει. «Ὅτι σὺ εἶ, ὁ Θεὸς, κραταίωμά μου, κ.τ.λ.» (A f. 232, I f. 219 b, L f. 115 b). Και εκείνοι από την περιτομή που μετανοούν, αναγνωρίζουν τον Θεό ως στήριγμά τους· και εκείνοι από τα έθνη που πίστεψαν, αυτόν θέτουν ως δύναμή τους· και οι αιχμάλωτοι δεν ελπίζουν να λυτρωθούν από κανέναν άλλον. Όταν δε όσοι δεν πίστεψαν στον Θεό λένε «Εσύ είσαι, Θεέ, το κραταίωμά μου», λέμε ότι ο Θεός είναι ο δημιουργός των συμπάντων, και συγκρατεί τα πάντα προς το ευ είναι· αυτός είναι το στήριγμα των συμπάντων, σύμφωνα τουλάχιστον με τη χάρη που δόθηκε αρχικά στην κοινή φύση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες