Πρὸς μὲν οὖν τοὺς παρ᾽ ἐκείνων ἐμέτους πῶς οὐκ ἀμείνων ἡ σιωπή; «Μὴ ἀποκρίνου γὰρ ἄφρονι, φησί, κατὰ τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ.» Ἀλλ᾽ ἵνα μὴ ὥσπερ οἱ τὴν ἐρήμην διώκοντες, ἀκρατέστερόν τε καὶ ἀπηνέστερον ἐπιφύωνται τοῖς πολλοῖς, ἐπιτείχισμα ποιούμενοι τὸ ἐν λόγοις εὐτριβές, οἰόμενοί τε ὑπάρχειν δυσανάτρεπτον κομιδῇ τὸν οὐκ οἶδ᾽ ὅπως αὐτοῖς ἐκπορισθέντα λόγον καὶ συλλογισμοῖς ἀθλίοις ἐπικουρούμενον· φέρε δή, φέρε τοὺς ταῖς ἐξ ἀπάτης καὶ δόλου παντευχίαις ἐνηρμοσμένους ψιλοί τινες ὥσπερ καὶ ἀθώρηκτοι πολεμισταὶ ταῖς ἀπὸ κοινῶν ἐννοιῶν ἀνθυποφοραῖς, Χριστοῦ συνόντος τε καὶ συνασπίζοντος, ὡς ἔνι καταδῃώσωμεν, ἀναμελῳδοῦντες εὐκαίρως τὸ διὰ φωνῆς τοῦ Δαβίδ· «Οὐ γὰρ ἐπὶ τῷ τόξῳ μου ἐλπιῶ, καὶ ἡ ῥομφαία μου οὐ σώσει με. Ἔσωσας γὰρ ἡμᾶς ἐκ τῶν θλιβόντων ἡμᾶς καὶ τοὺς μισῶντας ἡμᾶς» τε καὶ σὲ «κατῄσχυνας.» Β. Ἴθι δὴ οὖν εὖ μάλα γεννικῶς· συναντιτάξεται γὰρ καὶ σύνοπλος ἡμῖν ὁ πάντων ἔσται Δεσπότης. Α. Εἶμι μὲν δή, καὶ μάλα προθύμως· ὀκνητέον γὰρ ἥκιστά γε· οἶμαι δὲ δεῖν καὶ πρὸ τῶν ἄλλων ἐκεῖνο εἰπεῖν. Β. Τὸ ποῖον δή; Α. Ὡς ἀνούστατά τε καὶ ἀτεχνέστατα ὅρον εἶναί φασιν ἐπὶ Θεοῦ τὸ ἀγέννητον· ὅρον δὲ εἶναί φημι τὸ ὁρισμοῦ δύναμιν ἔχον. Ἢ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ παρ᾽ αὐτοῖς ἔφυ λόγος καὶ ἀναισχυντίας εἰς τοῦτο διεληλακότες ἁλοῖεν ἄν; Β. Ναί.
Μετάφραση
Απέναντι λοιπόν στους δικούς τους εμετούς, πώς δεν είναι καλύτερη η σιωπή; «Διότι μην αποκρίνεσαι σε άφρονα», λέγει, «σύμφωνα με την αφροσύνη του». Αλλά για να μην επιτίθενται στους πολλούς με τρόπο πιο ακράτητο και σκληρό, σαν εκείνους που δικάζουν ερήμην, κάνοντας οχυρό τους την ευχέρεια στους λόγους και νομίζοντας ότι είναι εντελώς αναντίρρητο το επιχείρημα που δεν ξέρω πώς επινόησαν και το οποίο υποστηρίζεται από άθλιους συλλογισμούς· εμπρός λοιπόν, αυτούς που είναι εξοπλισμένοι με τις πανοπλίες της απάτης και του δόλου, ας τους κατατροπώσουμε όσο είναι δυνατόν, σαν ελαφρά οπλισμένοι και αθωράκιστοι πολεμιστές, με τις αντιρρήσεις που προέρχονται από τις κοινές έννοιες, έχοντας τον Χριστό συμπαραστάτη και υπερασπιστή μας, ψάλλοντας επίκαιρα τον λόγο του Δαβίδ: «Διότι δεν θα ελπίσω στο τόξο μου, και η ρομφαία μου δεν θα με σώσει. Διότι εσύ μας έσωσες από εκείνους που μας θλίβουν, και καταντρόπιασες αυτούς που μισούν εμάς» και εσένα. Β. Προχώρα λοιπόν πολύ γενναία· διότι ο Δεσπότης των πάντων θα παραταχθεί μαζί μας και θα είναι συμπολεμιστής μας. Α. Θα προχωρήσω βεβαίως, και μάλιστα με πολλή προθυμία· διότι δεν πρέπει καθόλου να διστάζουμε· νομίζω όμως ότι πρέπει πριν από όλα τα άλλα να πω τούτο. Β. Ποιο ακριβώς; Α. Ότι με τον πιο ανόητο και άτεχνο τρόπο ισχυρίζονται πως το αγέννητο αποτελεί όρο για τον Θεό· και λέγοντας όρο εννοώ αυτό που έχει δύναμη ορισμού. Ή μήπως δεν είναι τέτοιος ο ισχυρισμός τους και δεν αποδεικνύεται ότι έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο αναισχυντίας; Β. Ναι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες