Ἵνα τί φοβοῦμαι ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ; Ἐντεῦθεν ἄρχεται, τῆς διδασκαλίας τὰ πρῶτα ὡς ἐν προοιμίοις διαλαλήσας. Ἄρχεται δὲ κατ᾽ ἐρώτησιν, ἵνα καὶ ἀπόκρισιν λάβοι. Ἡ δὲ ἐρώτησίς ἐστιν αὕτη· Ἵνα τί φοβοῦμαι; μέχρι γὰρ τοῦ φοβοῦμαι δεῖ στίξαι, ἵνα ᾖ ἡ διάνοια αὕτη Εἴ τις ἐρωτᾷ, φησὶν, Ἵνα τί φοβοῦμαι; τὴν αἰτίαν θέλων γνῶναι παρ᾽ ἐμοῦ τῆς συνεχούσης με ἀγωνίας, ἀκουέτω μετὰ παῤῥησίας, ὡς ἔστιν ἡμέρα πονηρὰ, ἣν αὐτὸς φρίττων φοβοῦμαι.
Μετάφραση
«Γιατί φοβάμαι σε ημέρα πονηρή;» Από αυτό το σημείο αρχίζει, αφού προηγουμένως διακήρυξε τα πρώτα στοιχεία της διδασκαλίας σαν σε προοίμιο. Αρχίζει δε με μορφή ερώτησης, ώστε να λάβει και απάντηση. Και η ερώτηση είναι η εξής: «Γιατί φοβάμαι;». Διότι μέχρι το «φοβάμαι» πρέπει να τεθεί στίξη, ώστε το νόημα να είναι το ακόλουθο: Εάν κάποιος ρωτά, λέει, «Γιατί φοβάμαι;», θέλοντας να μάθει από εμένα την αιτία της αγωνίας που με συνέχει, ας ακούσει με παρρησία ότι υπάρχει ημέρα πονηρή, την οποία εγώ ο ίδιος, φρίττοντας, φοβάμαι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες