Εἰ δὲ ἐξ ἅπαντος σπουδάζεις ὥσπερ τινὰ τίμια καὶ ἀναγκαῖα ταῦτα προσάγειν, ἄκουε μετὰ παῤῥησίας, ὡς οὐδὲν τούτων παρὰ σοῦ δέξομαι. Περιττὰ γάρ μοι πάντα· ἐπειδὴ καὶ τὰ ἐν ἀγροῖς νεμόμενα ζῶα βόες καὶ κτήνη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἡ ὡραιότης τοῦ ἀγροῦ, πάντα ἐμὰ τυγχάνει, καὶ ἀνενδεὴς παντὸς ὑπάρχω. Εἰ δὲ καὶ χρεία μοι γένοιτό ποτε τροφῆς, οὐχ οὕτως ἐνδεὴς ἐγὼ, ὡς παρὰ σοῦ τὰ τοιαῦτα αἰτεῖν· Ἐμὴ γάρ ἐστιν ἡ οἰκουμένη. Τίνας δέ μοι προσηνεῖς θύσεις θυσίας; τὴν αἴνεσιν, τὸν ὕμνον, τὴν θεολογίαν. Ἐπειδὴ δὲ ταῦτα πληρώσεις, τὸ τηνικαῦτα ὡς ἂν νόμον πληρώσας θεῖον, ἀντίδοσιν λήψῃ τὸ ἐπικαλούμενος εἰσακουσθῆναι. Καὶ δεικνὺς πρὸς ποῖον λαὸν διαλέγεται, ἐπήγαγεν· Ἰσραὴλ, καὶ διαμαρτύρομαί σοι. Εἶτα τὴν οἰκείαν δείκνυσι δεσποτείαν· Ὁ Θεὸς ὁ Θεός σού εἰμι ἐγὼ, ὁ τῆς Αἰγυπτιακῆς σε δουλείας ἐλευθερώσας, ὁ τὴν θάλατταν ὁδὸν δωρησάμενος, ὁ ἐν ἐρήμῳ διαθρέψας, ὁ τὸν νόμον ἐκεῖνόν σοι δεδωκώς. Μὴ γὰρ δὴ ἄλλον με νομοθέτην νομίσῃς, τῶν νόμων ὁρῶν τὸ διάφορον. [Ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου. Τουτέστιν, ὁ μεγάλα θαυμάσια ἀρχῆθεν μέχρι τοῦ νῦν τῷ γένει ὑμῶν ἐνδειξάμενος.] Οὐκ ἐπὶ ταῖς θυσίαις σου ἐλέγξω σε. Οὐκ ἀμέλειάν σοι, φησὶν, ἐγκαλῶ θυσιῶν· προσφέρεις γὰρ ταύτας διηνεκῶς· ἀλλὰ μὴ ταύταις ὁρίσασθαι τὴν δικαιοσύνην παρεγγυῶ.
Μετάφραση
Αν όμως οπωσδήποτε επιδιώκεις να τα προσφέρεις αυτά σαν να είναι πολύτιμα και αναγκαία, άκουσε με παρρησία ότι τίποτε από αυτά δεν πρόκειται να δεχθώ από εσένα. Διότι όλα μου είναι περιττά· επειδή και τα ζώα που βόσκουν στους αγρούς, τα βόδια και τα κτήνη, και τα πουλιά του ουρανού, και η ομορφιά του αγρού, όλα είναι δικά μου, και δεν έχω ανάγκη από τίποτε. Και αν ποτέ προέκυπτε σε εμένα η ανάγκη για τροφή, δεν είμαι τόσο ενδεής, ώστε να ζητήσω τέτοια πράγματα από εσένα· διότι δική μου είναι η οικουμένη. Ποιες ευάρεστες θυσίες, λοιπόν, θα μου προσφέρεις; Την αίνεση, τον ύμνο, τη θεολογία. Και όταν τα εκπληρώσεις αυτά, τότε, έχοντας πλέον εκπληρώσει τον θείο νόμο, θα λάβεις ως ανταπόδοση το να εισακούεσαι όταν με επικαλείσαι. Και δείχνοντας σε ποιον λαό απευθύνεται, πρόσθεσε: «Ισραήλ, και διαμαρτύρομαι σε εσένα». Έπειτα, αποδεικνύει τη δική του κυριαρχία: «Ο Θεός, ο Θεός σου είμαι εγώ», αυτός που σε ελευθέρωσε από την αιγυπτιακή δουλεία, αυτός που σου χάρισε τη θάλασσα ως δρόμο, αυτός που σε έθρεψε στην έρημο, αυτός που σου έδωσε εκείνον τον νόμο. Για να μη με θεωρήσεις, δηλαδή, άλλον νομοθέτη, βλέποντας τη διαφορά των νόμων. [Ο Θεός, ο Θεός σου. Δηλαδή, αυτός που έδειξε στο γένος σας μεγάλα θαύματα από την αρχή μέχρι τώρα.] Δεν θα σε ελέγξω για τις θυσίες σου. Δεν σε κατηγορώ, λέει, για αμέλεια ως προς τις θυσίες· διότι αυτές τις προσφέρεις συνεχώς· αλλά παραγγέλλω να μην περιορίζεις τη δικαιοσύνη σε αυτές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες