Βασιλέα γὰρ τὸν παρακαλούμενον εἰπών, ἵνα μὴ νομισθῇ ἄνθρωπον θεραπεύειν, ἀλλὰ πιστευθῇ θεὸν ἱκετεύειν, διὰ τοῦτό φησιν· 〈Ὁ βασιλεύς μου καὶ ὁ θεός μου.〉 Οὐ βασιλεύομαι ὑπὸ ἁμαρτίας· 〈Ὁ βασιλεύς μου.〉 Θεὸν οὐκ ἔχω τὴν κοιλίαν, ἀλλὰ τὴν σὴν ἀξίαν· 〈Καὶ ὁ θεός μου.〉 Οὐ νῦν δέ, οὐδὲ πρὸς ὀλίγον, οὐδὲ ἐν ἀνάγκῃ μόνῃ, ἀλλὰ καὶ ἀεὶ καὶ χωρὶς ἀνάγκης σοι προσελεύσομαι· 〈Ὅτι πρὸς σὲ προσεύξομαι, κύριε.〉 Καὶ οὐκ εἶπεν· Ἐνώπιόν σου προσεύξομαι, ἀλλά· 〈Πρὸς σέ,〉 ἵνα τὴν πρὸς θεὸν ἐγγύτητα δείξῃ. 〈Τὸ πρωῒ εἰσακούσῃ τῆς φωνῆς μου.〉 Τί λέγεις, προφῆτα; Μεσημβρίας γὰρ οὐκ εἰσακούει; Ἑσπέρας δὲ ἢ ἐν νυκτὶ οὐκ ἐπινεύει; Καὶ πῶς ἐν ἄλλοις ἔλεγες· 〈Ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας διηγήσομαι καὶ ἀπαγγελῶ, καὶ εἰσακούσεται τῆς φωνῆς μου;〉 Ἀλλ᾽ ὅταν, φησί, τὰς ὑπὲρ ἐμαυτοῦ ἢ ὑπὲρ τῶν συνόντων πρεσβείας προσφέρω, τότε κατὰ πᾶσαν ὥραν τὸν θεὸν ἱκετεύω· 〈Εὐλογήσω〉 γὰρ 〈τὸν κύριον ἐν παντὶ καιρῷ.〉 Ἐπειδὴ δὲ νῦν ὑπὲρ τῆς κληρονομούσης τῆς ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίας πρεσβεύω, τότε δὲ εἰσάγεται εἰς τὴν κληρονομίαν ὅταν ὁ τοῦ πατρὸς κληρονόμος τὸ πρωῒ ἀναστῇ καὶ συγκληρονόμον αὐτὴν ἀναδείξῃ, διὰ τοῦτο τὴν ἐν τῇ πρωΐᾳ τῇ ἐκκλησίᾳ αἰτούμενος ἐπαγγελίαν λέγω· 〈Τὸ πρωῒ εἰσακούσῃ τῆς φωνῆς μου,〉 ὅτε καὶ ἡ Μαρία, εἰς τύπον τῆς ἐκκλησίας ὀρθρίσασα, ὡς ἐπὶ θάλαμον τὸν τάφον ἐπιζητεῖ τὸν νυμφίον.
Μετάφραση
Επειδή αποκάλεσε Βασιλέα αυτόν που παρακαλεί, για να μη νομιστεί ότι υπηρετεί άνθρωπο, αλλά για να γίνει πιστευτό ότι ικετεύει τον Θεό, γι' αυτό λέει: «Ο βασιλεύς μου και ο Θεός μου». Δεν εξουσιάζομαι από την αμαρτία· «Ο βασιλεύς μου». Δεν έχω ως θεό την κοιλιά, αλλά τη δική Σου αξία· «Και ο Θεός μου». Και όχι μόνο τώρα, ούτε για λίγο, ούτε μόνο σε ώρα ανάγκης, αλλά πάντοτε και χωρίς να υπάρχει ανάγκη θα προσέρχομαι σε Εσένα· «Διότι σε Εσένα θα προσευχηθώ, Κύριε». Και δεν είπε: Ενώπιόν Σου θα προσευχηθώ, αλλά: «Προς Εσένα», για να δείξει την εγγύτητα προς τον Θεό. «Το πρωί θα εισακούσεις τη φωνή μου». Τι λες, προφήτη; Το μεσημέρι δηλαδή δεν εισακούει; Το εσπέρας ή τη νύχτα δεν επινεύει; Και πώς σε άλλα σημεία έλεγες: «Εσπέρας και πρωί και μεσημέρι θα διηγηθώ και θα αναγγείλω, και θα εισακούσει τη φωνή μου;» Αλλά όταν, λέει, προσφέρω ικεσίες υπέρ εμού ή υπέρ των συντρόφων μου, τότε ικετεύω τον Θεό κάθε ώρα· διότι «Θα ευλογήσω τον Κύριο σε κάθε καιρό». Επειδή όμως τώρα πρεσβεύω υπέρ της προερχόμενης από τα έθνη Εκκλησίας που λαμβάνει την κληρονομιά, και αυτή εισάγεται στην κληρονομιά όταν ο κληρονόμος του Πατρός αναστηθεί το πρωί και την αναδείξει συγκληρονόμο, γι' αυτό ζητώντας την πρωινή επαγγελία για την Εκκλησία λέω: «Το πρωί θα εισακούσεις τη φωνή μου», τότε που και η Μαρία, σηκωμένη πολύ πρωί ως τύπος της Εκκλησίας, αναζητά τον Νυμφίο στον τάφο σαν να επρόκειτο για νυφικό θάλαμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες