Τὴν καινὴν διαθέμενος ἀπέθανε, καὶ ἡ ἐκκλησία ἐκληρονόμησεν. Ἐὰν γὰρ ἀκούσῃς, ἀδελφέ, ὅτι ὁ δεῖνα ὁ ἀποθανὼν εἰς σὲ διέθετο καί σε κληρονόμον ἐνεστήσατο, εὐθέως τρέχεις, θόρυβον χαρᾷ κεράσας καὶ ζάλην γαλήνῃ μίξας, καὶ περιεργάζῃ ἀκριβῶς καὶ τοὺς δημοσίους χαρτοφύλακας ἐπερωτᾷς καὶ χρήματα δαπανᾷς καὶ ἀγοράζεις γράμματα καὶ ἀντίγραφα τῆς διαθήκης αἰτεῖς, ἵνα χρήματα κληρονομήσῃς φθαρτά. Ἐνταῦθα δέ, ὅπου Χριστὸς ὁ ἀποθανὼν κληρονόμον σε ἐνεστήσατο, ὅπου πλοῦτος ἀλῄστευτος καὶ κληρονομία οὐράνιος καὶ διαθήκη ἀζήμιος ὁ ψαλμός, πόσῳ μᾶλλον ὀφείλεις, ὡς διαθήκην ἐν χάρτῃ καθαρῷ, μεταγράψαι αὐτὸν ἐν τῇ ψυχῇ, ἵνα ἴδῃς εἴ σοι ἁρμόζει ἡ κληρονομία ἢ οὔ. Οὐ γὰρ ἁπλῶς ἡ κληρονομία καταλέλειπται, ἀλλ᾽ ἐπὶ αἱρέσει φανερᾷ. Ἄκουσον καὶ τοῦ προφήτου ὡς συμβολαιογράφου παραναγινώσκοντος αὐτὴν τῷ θεῷ ἐν τῷ προκειμένῳ ψαλμῷ καὶ λέγοντος περὶ τῶν ἀποκληρονόμων· 〈Ὅτι οὐχὶ θεὸς θέλων ἀνομίαν σὺ εἶ· οὐ παροικήσει σοι πονηρευόμενος, οὐδὲ διαμενοῦσι παράνομοι κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου· ἐμίσησας πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν.〉 Τοὺς Ἰουδαίους [καὶ] ὡς μισητοὺς ἀποκληρονόμους ἐποίησας. 〈Ἀπολεῖς πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος,〉 τοὺς κυριοκτόνους, ὅτι μάρτυρας ψευδεῖς κατὰ σοῦ ἠγόρασαν. Ἰδοὺ τοὺς ἀποκληρονόμους εἶπας· εἰπὲ τίνες οἱ τῆς κληρονομίας ἀπολαύσαντες Τίνες; Οἱ τῆς κληρονομίας συμμύσται.
Μετάφραση
Αφού συνέταξε την Καινή Διαθήκη πέθανε, και η Εκκλησία έγινε η κληρονόμος. Διότι εάν ακούσεις, αδελφέ, ότι κάποιος που πέθανε συνέταξε διαθήκη για εσένα και σε κατέστησε κληρονόμο, αμέσως τρέχεις, αναμειγνύοντας την ταραχή με χαρά και τη ζάλη με γαλήνη, και ερευνάς με ακρίβεια και ρωτάς τους δημόσιους συμβολαιογράφους και ξοδεύεις χρήματα και αγοράζεις έγγραφα και ζητάς αντίγραφα της διαθήκης, για να κληρονομήσεις φθαρτά χρήματα. Εδώ όμως, όπου ο Χριστός που πέθανε σε κατέστησε κληρονόμο, όπου ο πλούτος είναι ασύλητος και η κληρονομία ουράνια και διαθήκη αζήμια είναι ο ψαλμός, πόσο μάλλον οφείλεις, σαν διαθήκη σε καθαρό χαρτί, να τον μεταγράψεις στην ψυχή σου, για να δεις αν σου αρμόζει η κληρονομία ή όχι. Διότι η κληρονομία δεν έχει αφεθεί χωρίς προϋποθέσεις, αλλά με φανερό όρο. Άκουσε και τον προφήτη, σαν συμβολαιογράφο, να την αναγιγνώσκει ενώπιον του Θεού στον προκείμενο ψαλμό και να λέει για τους αποκληρωθέντες: «Διότι δεν είσαι Θεός που θέλει την ανομία. Δεν θα κατοικήσει μαζί σου ο πονηρός, ούτε θα σταθούν παράνομοι απέναντι στα μάτια σου. Εμίσησας όλους όσους εργάζονται την ανομία». Αποκλήρωσες τους Ιουδαίους ως μισητούς. «Θα καταστρέψεις όλους όσους λαλούν το ψεύδος», τους κυριοκτόνους, διότι εξαγόρασαν ψευδομάρτυρες εναντίον σου. Ιδού, ανέφερες τους αποκληρωμένους. Πες μας, ποιοι είναι αυτοί που απόλαυσαν την κληρονομία; Ποιοι; Οι συμμύστες της κληρονομίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες