Ἐπεὶ οὖν πλανηθεὶς ἀπέστρεψα καὶ ἁμαρτήσας μετενόησα, ἀλλ᾽ οὐχ ὡς ὁ Κάϊν ἀπηναισχύντησα —Ἐκεῖνος ἐρωτηθείς· 〈Ποῦ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;〉 εἶπεν· 〈Οὐ γινώσκω.〉 Ἐγὼ εἶπον· 〈Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω—κύριε, μὴ τῷ θύμῳ σου ἐλέγξῃς με,〉 ἵνα φιλανθρωπίας τυχὼν καὶ ἄλλοις ὁδὸς μετανοίας γένωμαι, 〈ἵνα διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι.〉 Διὰ τί δὲ καὶ 〈ὑπὲρ τῆς ὀγδόης〉 ἐπεγράφη ὁ ψαλμός; 〈Εἰς τὸ τέλος γάρ, ἐν ὕμνοις ὑπὲρ τῆς ὀγδόης· ψαλμὸς τῷ Δαυίδ.〉 Ὀγδόην οἶδεν ἡ μὲν παλαιὰ διαθήκη τὴν περιτομήν, ἡ δὲ καινὴ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν, ἐν ᾗ ὁ θάνατος περιτέμνεται.
Μετάφραση
Επειδή, λοιπόν, αφού πλανήθηκα επέστρεψα, και αφού αμάρτησα μετανόησα, αλλά δεν φέρθηκα με αναίδεια όπως ο Κάιν —Εκείνος, όταν ρωτήθηκε: «Πού είναι ο Άβελ ο αδελφός σου;», είπε: «Δεν γνωρίζω». Εγώ είπα: «Διότι την ανομία μου εγώ την γνωρίζω—Κύριε, μη με ελέγξεις με τον θυμό σου», ώστε, αφού τύχω φιλανθρωπίας, να γίνω και για άλλους οδός μετανοίας, «για να διδάξω στους ανόμους τις οδούς σου, και οι ασεβείς θα επιστρέψουν σε εσένα». Γιατί όμως επιγράφηκε ο ψαλμός «υπέρ της ογδόης»; «Εις το τέλος, εν ύμνοις υπέρ της ογδόης· ψαλμός του Δαβίδ». Ως ογδόη, η μεν Παλαιά Διαθήκη γνωρίζει την περιτομή, η δε Καινή την εκ νεκρών ανάσταση, στην οποία περιτέμνεται ο θάνατος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες