ΕΙΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ, ΣΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩ ΔΑΥΙΔ ΝΑʹ. Ἐν τῷ ἐλθεῖν Δωὴκ τὸν Ἰδουμαῖον, καὶ ἀναγγεῖλαι τῷ Σαοὺλ, καὶ εἰπεῖν αὐτῷ· Ἦλθε Δαυῒδ εἰς τὸν οἶκον Ἀχιμέλεχ. Ὁ μὲν λγʹ ψαλμὸς εἴρηται τῷ Δαυῒδ, ὁπότε ἠλλοίωσε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐναντίον Ἀβιμέλεχ, καὶ ἀπέλυσεν αὐτὸν, καὶ ἀπῆλθεν. Οὗτος δὲ ἐκείνῳ ἀκόλουθος ἂν εἴη κατὰ τὴν ἱστορίαν. Λέγει γὰρ ἡ Γραφὴ τῶν Βασιλειῶν, Καὶ ἐκεῖ ἦν ἓν τῶν παιδαρίων τοῦ Σαοὺλ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. Ἐπισημαίνεται δὲ τὸν καιρὸν ἐν ᾧ ἦλθε Δαυῒδ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ἀβιμέλεχ, καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγε λαβὼν παρὰ τοῦ ἀρχιερέως. Κατ᾽ αὐτὸ γὰρ ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ φθάσας Δωὴκ ὁ Σύρος, ὁ νέμων τὰς ἡμιόνους Σαοὺλ, καὶ ἐλθὼν πρὸς Σαοὺλ εἶπεν· Ἑώρακα τὸν υἱὸν Ἰεσσαὶ παραγενόμενον εἰς Νοβὰν πρὸς Ἀβιμέλεχ τὸν υἱὸν Ἀχιτὼβ τὸν ἱερέα, καὶ πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· καὶ ἠρώτα αὐτῷ διὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπισιτισμὸν ἔδωκεν αὐτῷ. Καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς καλέσαι τὸν Ἀβιμέλεχ τὸν ἱερέα, καὶ πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Κυρίου τοὺς ἐν Νοβὰν, καὶ παρεγένοντο πάντες πρὸς τὸν βασιλέα· Ὅτε κελεύσαντος τοῦ Σαοὺλ, αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ Δωὴκ, ἐθανάτωσε τοὺς ἱερεῖς τοῦ Κυρίου τʹ καὶ εʹ ἄνδρας φέροντας ἐφοὺδ, καὶ τὴν Νοβὰν πόλιν τῶν ἱερέων ἐπάταξεν ἐν στόματι ῥομφαίας ἀπὸ ἀνδρὸς ἕως γυναικὸς, ἀπὸ νηπίου ἕως θηλάζοντος, καὶ μόσχου καὶ ὄνου καὶ προβάτου.
Μετάφραση
Εις το τέλος, ψαλμός συνέσεως του Δαβίδ, 51ος. Όταν ήλθε ο Δωήκ ο Ιδουμαίος και ανήγγειλε στον Σαούλ και του είπε: Ο Δαβίδ ήλθε στον οίκο του Αχιμέλεχ. Ο μεν 33ος ψαλμός ελέχθη από τον Δαβίδ, όταν αλλοίωσε το πρόσωπό του ενώπιον του Αβιμέλεχ, ο οποίος τον απέλυσε και εκείνος απήλθε. Αυτός δε ο ψαλμός θα μπορούσε να είναι ιστορικά ακόλουθος εκείνου. Διότι λέγει η Γραφή των Βασιλειών: «Και εκεί βρισκόταν ένας από τους υπηρέτες του Σαούλ, την ημέρα εκείνη». Επισημαίνεται δε ο χρόνος κατά τον οποίο ήλθε ο Δαβίδ στον οίκο του Αβιμέλεχ και έφαγε τους άρτους της προθέσεως, αφού τους έλαβε από τον αρχιερέα. Διότι ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έχοντας φθάσει ο Δωήκ ο Σύρος, ο οποίος έβοσκε τα μουλάρια του Σαούλ, πήγε στον Σαούλ και είπε: Είδα τον γιο του Ιεσσαί να έρχεται στη Νοβ προς τον Αβιμέλεχ, τον γιο του Αχιτώβ τον ιερέα, και όλους τους γιους του πατέρα του· και συμβουλεύτηκε τον Θεό για λογαριασμό του, και του έδωσε τρόφιμα. Και απέστειλε ο βασιλιάς να καλέσουν τον Αβιμέλεχ τον ιερέα, και όλους τους γιους του πατέρα του, τους ιερείς του Κυρίου που βρίσκονταν στη Νοβ, και παρουσιάστηκαν όλοι στον βασιλιά. Τότε, κατόπιν προσταγής του Σαούλ, αυτός ο ίδιος ο Δωήκ θανάτωσε τους ιερείς του Κυρίου, τριακόσιους πέντε άνδρες που φορούσαν εφούδ, και τη Νοβ, την πόλη των ιερέων, την πάταξε με την κόψη της ρομφαίας, από άνδρα έως γυναίκα, από νήπιο έως θηλάζον βρέφος, όπως επίσης μοσχάρια, γαϊδούρια και πρόβατα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες