Ταῦτ᾽ εἰπὼν, προστίθησι λέγων· Ὁ Θεὸς, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὰ ῥήματα τοῦ στόματός μου· ὥσπερ δικαιολογίαν ποιούμενος ἐνώπιον τοῦ κρίνοντος αὐτῷ τε καὶ τοῖς ἀδικοῦσιν αὐτόν. Καὶ ἵνα γε τὰ τῆς δικαιολογίας παραδεχθῇ, τὴν εὐχὴν ἀναπέμπει, ἣν καὶ εἰσακουσθῆναι ἀξιοῖ λέγων· Ὁ Θεὸς, εἰσάκουσον, καὶ τὰ ἑξῆς. Τί δ᾽ ἂν ἐβούλετο ἡ προσευχὴ, καὶ ποίαν δικαιολογίαν εἶχε, ἑξῆς παρίστησι λέγων· Ὅτι ἀλλότριοι ἐπανέστησαν ἐπ᾽ ἐμὲ, καὶ κραταιοὶ ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου, καὶ οὐ προέθεντο τὸν Θεὸν ἐνώπιον αὐτῶν. Ταῦτ᾽ ἦν τὰ τῆς δικαιολογίας. Καὶ ὅρα πῶς οὐ διὰ μακρῶν ἐκτείνει τοὺς λόγους, ἀλλ᾽ ἅτε Θεῷ τῷ πάντα εἰδότι διαλεγόμενος, αὐτῷ μόνον ὑπόμνησιν ποιεῖται, τὴν μακρὰν τῶν πραγμάτων ἀποσιωπῶν διδασκαλίαν. Μήποτε δὲ τοὺς μὲν ἀλλοτρίους ᾐνίσσετο τοὺς Ζιφαίους τοὺς πρὸς τὸν Σαοὺλ ἐνδιαβάλλοντας αὐτόν; τοὺς δὲ κραταιοὺς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ζητοῦντας αὐτὸν τὸν Σαοὺλ καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, οἳ, μὴ προθέμενοι τὸν Θεὸν ἐνώπιον αὐτῶν, ἤλαυνον τὸν μηδὲν αὐτοὺς ἠδικηκότα, ἑαυτοὺς ἀπατῶντες τῷ νομίζειν, ὅτι καὶ παρὰ τὸ βούλημα τοῦ Θεοῦ δυνήσονταί τι κατ᾽ αὐτοῦ; Τοῦτο δ᾽ ἦν ἀνδρῶν μὴ προθεμένων τὸν Θεὸν ἐνώπιον αὐτῶν.
Μετάφραση
Αφού είπε αυτά, προσθέτει λέγοντας: «Ο Θεός, εισάκουσε την προσευχή μου, δώσε αυτί στα λόγια του στόματός μου»· σαν να προβάλλει τη δικαιολογία του ενώπιον εκείνου που κρίνει τόσο τον ίδιο όσο και αυτούς που τον αδικούν. Και για να γίνουν αποδεκτά τα επιχειρήματα της δικαιολογίας του, αναπέμπει την προσευχή, την οποία και ζητά να εισακουστεί λέγοντας: «Ο Θεός, εισάκουσε», και τα εξής. Το τι επιδίωκε με την προσευχή και ποια δικαιολογία προέβαλλε, το παρουσιάζει στη συνέχεια λέγοντας: «Διότι ξένοι επαναστάτησαν εναντίον μου, και ισχυροί αναζήτησαν την ψυχή μου, και δεν έθεσαν τον Θεό ενώπιόν τους». Αυτά αποτελούσαν τη δικαιολογία του. Και πρόσεξε πώς δεν μακρηγορεί στα λόγια του, αλλά, καθώς συνομιλεί με τον Θεό που γνωρίζει τα πάντα, κάνει σε Αυτόν μόνο μία υπενθύμιση, αποσιωπώντας τη μακροσκελή εξιστόρηση των γεγονότων. Μήπως άραγε με τους «ξένους» υπονοούσε τους Ζιφαίους που τον διέβαλλαν στον Σαούλ; Και με τους «ισχυρούς που αναζητούσαν την ψυχή του» τον ίδιο τον Σαούλ και τους οπαδούς του, οι οποίοι, χωρίς να θέσουν τον Θεό ενώπιόν τους, κατεδίωκαν αυτόν που σε τίποτα δεν τους είχε αδικήσει, εξαπατώντας τους εαυτούς τους νομίζοντας ότι θα μπορέσουν να καταφέρουν κάτι εναντίον του ακόμη και ενάντια στο θέλημα του Θεού; Αυτό ακριβώς ήταν το γνώρισμα ανθρώπων που δεν έθεσαν τον Θεό ενώπιόν τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες