Εἶτα, ὥσπερ ἀπολειφθεὶς ἐν μέσῳ τῶν ταῦτα δρώντων, μήτε μίαν τε ἔχων ἀποφυγὴν, μηδὲ ὅποι κλίνας ἑαυτὸν ἐκτὸς τῶν κακῶν γένοιτο, εὔχεται μετέωρος ἐπαρθῆναι, καὶ πτηνὸς γενόμενος δι᾽ ἀέρος ἐκφυγεῖν. Προσεδεχόμην τὸν Θεὸν σώζοντά με, ἀπὸ ὀλιγοψυχίας καὶ ἀπὸ καταιγίδος. Καταιγίδα ὀνομάζει τὴν διὰ τοῦ πάθους αὐτῷ συμβᾶσαν λύπην.
Μετάφραση
Έπειτα, σαν να είχε εγκαταλειφθεί στο μέσο εκείνων που πράττουν αυτά, μην έχοντας καμία απολύτως οδό διαφυγής, ούτε κάπου να στραφεί για να βρεθεί εκτός των δεινών, εύχεται να υψωθεί μετέωρος και, αφού γίνει πτηνό, να διαφύγει διά του αέρα. «Προσδοκούσα τον Θεό, ο οποίος με σώζει από την ολιγοψυχία και από την καταιγίδα». Καταιγίδα ονομάζει τη λύπη που τον βρήκε εξαιτίας του πάθους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες