Ὁ γοῦν πατριάρχης Ἰακὼβ φεύγων πλειόνων ὀπτασιῶν, καὶ τούτων θείων, κατηξιοῦτο· καὶ μᾶλλον ἠρεμῶν αὐτὸς ἔσχεν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸν Κύριον τὸν μὲν Λάβαν ἐντρέποντα, τὸν δὲ Ἡσαῦ ἐμποδίζοντα. Καὶ μετὰ ταῦτα γέγονε τοῦ Ἰούδα πατήρ, ἐξ οὗ κατὰ σάρκα ἀνέτειλεν ὁ Κύριος, καὶ τὰς εὐλογίας τοῖς πατριάρχαις διηκόνησε. Μωσῆς τε ὁ θεοφιλής, ὅτε ἔφευγε, τότε καὶ τὴν μεγάλην ὅρασιν εἶδε, καὶ διασωθεὶς ἀπὸ τῶν διωκόντων, προφήτης εἰς Αἴγυπτον ἀπεστέλλετο, διάκονός τε τῶν τοσούτων σημείων καὶ τοῦ νόμου γενόμενος καθηγήσατο τοῦ τοσούτου λαοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ. Καὶ ὁ μὲν Δαυὶδ διωκόμενος ἐδίδασκεν· «ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν» καὶ «ὁ θεὸς ἡμῶν ἐμφανῶς ἥξει· ὁ θεὸς ἡμῶν καὶ οὐ παρασιωπήσεται»· καὶ μᾶλλον δὲ ἴσχυε λέγων· «ἐν τοῖς ἐχθροῖς μου ἐπεῖδεν ὁ ὀφθαλμός μου», καὶ πάλιν «ἐπὶ τῷ θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος». Φεύγων τε καὶ ἀποδιδράσκων ἀπὸ προσώπου Σαοὺλ εἰς τὸ σπήλαιον, ἔλεγεν· «ἐξαπέστειλεν ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἔσωσέ με, ἔδωκεν εἰς ὄνειδος τοὺς καταπατοῦντάς με· ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ, καὶ ἐρρύσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ μέσου σκύμνων». Οὕτω δὲ σωθεὶς κατ’ οἰκονομίαν καὶ αὐτὸς γέγονε μετὰ ταῦτα βασιλεύς, καὶ τὴν ἐπαγγελίαν ἔσχεν ἐκ σπέρματος αὐτοῦ τοῦ τὸν Κύριον ἡμῶν ἀνατεῖλαι.
Μετάφραση
Ο πατριάρχης Ιακώβ, λοιπόν, φεύγοντας αξιώθηκε περισσότερων οραμάτων, και μάλιστα θεϊκών· και παραμένοντας ο ίδιος ήσυχος, είχε τον Κύριο υπέρ αυτού, ο οποίος αφενός απέτρεπε τον Λάβαν και αφετέρου εμπόδιζε τον Ησαύ. Και μετά από αυτά, έγινε πατέρας του Ιούδα, από τον οποίο ανέτειλε κατά σάρκα ο Κύριος, και μετέδωσε τις ευλογίες στους πατριάρχες. Και ο θεοφιλής Μωυσής, όταν έφευγε, τότε είδε το μεγάλο όραμα, και αφού διασώθηκε από τους διώκτες του, αποστάλθηκε ως προφήτης στην Αίγυπτο, και, γενόμενος διάκονος τόσων πολλών σημείων και του νόμου, καθοδήγησε τόσο μεγάλο λαό μέσα στην έρημο. Και ο μεν Δαβίδ καταδιωκόμενος δίδασκε: «ανέβλυσε η καρδιά μου λόγο αγαθό» και «ο Θεός μας θα έλθει φανερά· ο Θεός μας, και δεν θα σιωπήσει»· και μάλιστα ενδυναμωνόταν λέγοντας: «το μάτι μου επέβλεψε πάνω στους εχθρούς μου», και πάλι «στον Θεό έλπισα, δεν θα φοβηθώ τι θα μου κάνει ο άνθρωπος». Ενώ, όταν έφευγε και δραπέτευε στο σπήλαιο από το πρόσωπο του Σαούλ, έλεγε: «Εξαπέστειλε βοήθεια από τον ουρανό και με έσωσε, παρέδωσε σε ονειδισμό αυτούς που με καταπατούν· εξαπέστειλε ο Θεός το έλεός Του και την αλήθειά Του, και λύτρωσε την ψυχή μου ανάμεσα από λιοντάρια». Έτσι, αφού σώθηκε κατ' οικονομίαν, έγινε και αυτός μετέπειτα βασιλιάς, και έλαβε την υπόσχεση ότι από το σπέρμα του επρόκειτο να ανατείλει ο Κύριός μας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες