Ταῦτα μὲν ὁ θεῖος διδάσκαλος. Πῶς δὲ τὰ προκείμενα ῥητὰ αἱ τῶν αἱρέσεων θυμελικαὶ ὀρχῆστραι ἐνόησαν, ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Θεόδωρος γὰρ ὁ Ἀντιοχεὺς καὶ Διόδωρος ὁ Ταρσοῦ καὶ ὁ μιαρὸς αὐτῶν ἀπόγονος δράκων, ὁ Χαλδαῖος Ἀσσύριος χοῖρος, ὁ μῦς, ὁ τοῦ οὐρανίου ἄρτου Χριστοῦ ἐπίβουλος, Νεστόριος ὁ τοῦ θεοῦ καὶ τῆς θεότητος ἀλλότριος, ὁ λύκος, ὁ τῆς ἀσπίλου δαμάλεως θεοτόκου Μαρίας ἐχθρός, ἡ μιαρὰ μάχαιρα ἡ τὸν Χριστὸν καταμελίζουσα καὶ μερίζουσα, ὁ κύων ὁ ὑλακτῶν, ὁ τὸν ἀγαθὸν ποιμένα διασχίζων Νεστόριος, ὁ ὄντως Ἰουδαίων ἀσεβέστερος— ἐκεῖνοι γὰρ γυμνὸν ἰδόντες τὸν Χριστ<οῦ> ἄῤῥαφον χιτῶνα, λέγω δὴ τὸ πανάγιον σῶμα τοῦ θεοῦ λόγου, οἰκτείραντες τὸ θέαμα εἶπον «Μὴ σχίσωμεν αὐτό», ὡσανεὶ προφητικῶς πρὸς Νεστόριον λέγοντες· «Μὴ σχίσωμεν τὸν Χριστόν. Μὴ σχίσωμεν τὸν λόγον ἐκ τοῦ σώματος. Μὴ σχίσωμεν τὸν χιτῶνα τῆς σαρκὸς ἐκ τῆς τοῦ λόγου θεότητος. Μὴ σχίσωμεν τὸν Χριστὸν εἰς δύο διῃρημένας φύσεις. Μὴ σχίσωμεν αὐτὸν εἰς δύο ὑποστάσεις. Μὴ σχίσωμεν αὐτὸν εἰς δύο πρόσωπα. Μὴ σχίσωμεν αὐτὸν εἰς θεὸν ἰδικῶς καὶ ἄνθρωπον ψιλὸν ἰδικῶς. Μὴ σχίσωμεν αὐτὸν εἰς δύο θελήματα ἑαυτοῖς ἐναντία. Μὴ σχίσωμεν αὐτὸν εἰς δύο καταλλήλους ἐνεργείας.» Ἀλλὰ ταῦτα μὲν οἱ καλῶς εἰς Χριστὸν πιστεύσαντες πνευματικοὶ Ἰουδαῖοι, ἐξ ὧν ἦν κἀκεῖνος ὁ Φαρισαῖος ὁ λέγων· «Χριστὸς οὐ μεμέρισται»· ἡ δὲ τοῦ διδασκάλου γλῶσσα—<γλῶσσα> αὐτοῦ μάχαιρα ὀξεῖα—Νεστόριος λέγει· «Διαιρῶ τὰς Χριστοῦ φύσεις», ὁ ὄντως ἐκ θεοῦ διῃρημένος φύσει καὶ ἀληθείᾳ, ὃς ἀκούσας Διονυσίου λέγοντος ὅτιπερ «Μετὰ τὴν σάρκωσιν οὐκέτι κατὰ θεὸν τὰ θεῖα ἔπραξεν», ἁρπάσας ὡς δυσώδης κύων τὴν τοιαύτην φωνὴν ὥσπερ εἰς εὔλογόν τινα συνηγορίαν τῆς οἰκείας αἱρέσεως, ἔφασκεν ὅτι «Σαρκωθεὶς ὁ θεὸς λόγος οὐκέτι κατὰ θεὸν ὡς τὸ πρὶν τὰ θεῖα ἔδρασεν, οὐκέτι ἐν οὐρανοῖς ἐν τῷ θρόνῳ τῷ χερουβικῷ ὡς τὸ πρὶν ἐνήργει, οὐκέτι ἔφερε τὰ πάντα τῷ ῥήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, οὐκέτι ὡς θεὸς ἐπλήρου καὶ ἐνήργει ἐν πάσῃ τῇ κτίσει, οὐκέτι ὡς θεὸς ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἔκτιζε τῇ θεϊκῇ ἐνεργείᾳ, οὐκέτι ἐπὶ γῆς ὢν ἐξ οὐρανοῦ εἰς διακονίαν ὡς θεὸς ἀπέστελλε τοὺς ἀγγέλους, οὐκέτι ἦν ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ πατρὸς ὡς τὸ πρὶν συνεργὸς ὡς υἱὸς καὶ θεὸς τὰ θεῖα δρῶν σὺν τῷ πατρί, ἀλλὰ κενωθεὶς καὶ σαρκὶ ἑνωθεὶς οὐκέτι ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς καὶ ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἀβύσσοις ὡς θεὸς κατὰ θεὸν τὰ θεῖα ἔδρασε τῇ ἀπεριγράπτῳ αὐτοῦ καὶ παγκοσμίῳ καὶ ὑπερκοσμίῳ ἐνεργείᾳ.» Καὶ ταῦτα μὲν ὁ δυσσεβὴς μᾶλλον δὲ ἀσεβὴς Νεστόριος ἐλύττησεν εἰς τὸ Οὐ κατὰ θεὸν τὰ θεῖα ἔδρασεν.
Μετάφραση
Αυτά μεν διδάσκει ο θείος διδάσκαλος. Πώς όμως τα προκείμενα ρητά τα εννόησαν οι θεατρικοί χοροί των αιρέσεων, είναι αναγκαίο να το πούμε. Ο Θεόδωρος ο Αντιοχεύς και ο Διόδωρος ο Ταρσού, και ο μιαρός τους απόγονος, ο δράκοντας, ο Χαλδαίος Ασσύριος χοίρος, ο ποντικός, ο επίβουλος του ουρανίου άρτου, του Χριστού, ο Νεστόριος, ο ξένος προς τον Θεό και τη θεότητα, ο λύκος, ο εχθρός της ασπίλου δαμάλεως, της Θεοτόκου Μαρίας, η μιαρή μάχαιρα που κατατεμαχίζει και διαμερίζει τον Χριστό, ο κύων που αλυχτά, ο Νεστόριος που κατασχίζει τον καλό ποιμένα, ο πράγματι ασεβέστερος κι από τους Ιουδαίους — διότι εκείνοι, όταν είδαν γυμνωμένο τον άρραφο χιτώνα του Χριστού, δηλαδή το πανάγιο σώμα του Θεού Λόγου, λυπήθηκαν το θέαμα και είπαν: «Ας μην τον σχίσουμε», σαν να έλεγαν προφητικά προς τον Νεστόριο: «Ας μην σχίσουμε τον Χριστό. Ας μην χωρίσουμε τον Λόγο από το σώμα. Ας μην αποσπάσουμε τον χιτώνα της σαρκός από τη θεότητα του Λόγου. Ας μην διαμερίσουμε τον Χριστό σε δύο χωρισμένες φύσεις. Ας μην τον διαιρέσουμε σε δύο υποστάσεις. Ας μην τον διαιρέσουμε σε δύο πρόσωπα. Ας μην τον διαιρέσουμε σε Θεό ιδιαιτέρως και σε ψιλό άνθρωπο ιδιαιτέρως. Ας μην τον διαιρέσουμε σε δύο θελήματα αντίθετα μεταξύ τους. Ας μην τον διαιρέσουμε σε δύο αντίστοιχες ενέργειες». Αυτά μεν είπαν οι πνευματικοί Ιουδαίοι, που καλώς πίστεψαν στον Χριστό, από τους οποίους ήταν και εκείνος ο Φαρισαίος που έλεγε: «Ο Χριστός δεν έχει μερισθεί». Η δε γλώσσα του διδασκάλου —γλώσσα του, κοφτερή μάχαιρα— στρέφεται κατά του Νεστορίου, που λέγει: «Διαιρώ τις φύσεις του Χριστού», εκείνου που πράγματι έχει χωρισθεί από τον Θεό κατά φύση και αλήθεια· εκείνου που, ακούγοντας τον Διονύσιο να λέγει ότι «μετά τη σάρκωση δεν ενήργησε πλέον τα θεία ως Θεός», άρπαξε αυτή τη φράση σαν δύσοσμος κύων, σαν να ήταν κάποια εύλογη συνηγορία υπέρ της δικής του αιρέσεως, και έλεγε ότι «αφού σαρκώθηκε, ο Θεός Λόγος δεν ενήργησε πλέον τα θεία ως Θεός όπως προηγουμένως· δεν ενεργούσε πλέον στους ουρανούς, πάνω στον χερουβικό θρόνο, όπως πριν· δεν έφερε πλέον τα πάντα με το ρήμα της δυνάμεώς του· δεν επλήρωνε και δεν ενεργούσε πλέον ως Θεός σε όλη την κτίση· δεν δημιουργούσε πλέον ως Θεός με τη θεϊκή του ενέργεια εκ του μη όντος εις το είναι· ενώ βρισκόταν στη γη, δεν έστελνε πλέον ως Θεός από τον ουρανό τους αγγέλους σε διακονία· δεν ήταν πλέον στον κόλπο του Πατρός, όπως πριν, συνεργός ως Υιός και Θεός, ενεργώντας τα θεία μαζί με τον Πατέρα· αλλά, αφού κενώθηκε και ενώθηκε με σάρκα, δεν ενήργησε πλέον ως Θεός, κατά Θεόν, ούτε στον ουρανό ούτε στη γη ούτε στις θάλασσες ούτε σε όλες τις αβύσσους, με την απερίγραπτη, παγκόσμια και υπερκόσμια ενέργειά του». Και αυτά μεν λύσσαξε να πει ο δυσσεβής, μάλλον δε ο ασεβής Νεστόριος, φθάνοντας στο σημείο να λέγει: «Δεν ενήργησε τα θεία ως Θεός».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Περὶ τῆς θεανδρικῆς ἐν Χριστῷ ἐνεργείας Διονυσίου.}