Οὐ κατῴκει ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου μου ποιῶν ὑπερηφανίαν, λαλῶν ἄδικα οὐ κατεύθυνεν ἐνώπιόν μου.〉 Μὴ ὠνείδισα τοὺς ἔγγιστα, πάντας τοὺς μὴ δυνηθέντας πατάξαι τὸν Γολιάθ; 〈Ἐξουδένωται ἐνώπιον αὐτοῦ πονηρευόμενος.〉 Εἶτα ὁ Δαυίδ· Εἰ ὁ ἐξουδενῶν τοὺς πονηρούς, κύριε, ἐν τῷ ὄρει σου κατασκηνοῖ, 〈τοὺς μισοῦντάς σε, κύριε, ἐμίσησα καὶ ἐπὶ τοῖς ἐχθροῖς σου ἐξετηκόμην; Τέλειον μῖσος ἐμίσησα αὐτούς, εἰς ἐχθροὺς ἐγένοντό μοι.〉 Ἐξουδένωσα γὰρ αὐτοὺς εἰπών· 〈Ἐξουδενωθήσονται ὡσεὶ ὕδωρ διαπορευόμενον. Τοὺς δὲ φοβουμένους τὸν κύριον δοξάζει.〉 Εἶτα ὁ Δαυίδ· Εἰ καὶ ὁ δοξάζων τοὺς φοβουμένους σε, κύριε, μετὰ σοῦ οἰκεῖ, ἐγγισάτωσάν μοι οἱ φοβούμενοί σε, ἵνα κατὰ πρόσωπον αὐτοὺς δοξάσω λέγων· 〈Μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν κύριον.
Μετάφραση
«Δεν κατοικούσε μέσα στον οίκο μου αυτός που ενεργεί με υπερηφάνεια, αυτός που μιλούσε άδικα δεν ευδοκιμούσε ενώπιόν μου.» Μήπως λοιδορούσα τους κοντινούς μου, όλους όσοι δεν μπόρεσαν να πατάξουν τον Γολιάθ; «Έχει εξουθενωθεί ενώπιόν του αυτός που ενεργεί πονηρά.» Έπειτα ο Δαβίδ: Αν αυτός που εξουθενώνει τους πονηρούς, Κύριε, κατασκηνώνει στο όρος σου, «εκείνους που σε μισούν, Κύριε, τους μίσησα και έλιωνα από τη θλίψη μου εξαιτίας των εχθρών σου; Με τέλειο μίσος τους μίσησα, έγιναν εχθροί μου.» Διότι τους εξουθένωσα λέγοντας: «Θα εξουθενωθούν σαν το νερό που χύνεται. Δοξάζει όμως αυτούς που φοβούνται τον Κύριο.» Έπειτα ο Δαβίδ: Αν, Κύριε, και αυτός που δοξάζει όσους σε φοβούνται κατοικεί μαζί σου, ας με πλησιάσουν όσοι σε φοβούνται, για να τους δοξάσω κατά πρόσωπο λέγοντας: «Μακάριοι είναι όλοι όσοι φοβούνται τον Κύριο.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες