Καὶ πάλιν ἐν τῷ 〈νη〉 ψαλμῷ λέγει· Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, ὁ Θεός, καὶ ἐκ τῶν ἐπανισταμένων ἐπ᾽ ἐμὲ λύτρωσαί με· ῥῦσαί με ἐκ τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν καὶ ἐξ ἀνδρῶν αἱμάτων σῶσόν με. 〈μγ〉 ὅτι Ιουδας προδώσει— Δαυιδ ἐν τῷ 〈μ〉 ψαλμῷ λέγει· Οἱ ἐχθροί μου εἶπον κακά μοι· πότε ἀποθανεῖται καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ; καὶ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει· ἡ καρδία αὐτοῦ συνήγαγεν ἀνομίαν ἑαυτῷ, ἐξεπορεύετο ἔξω καὶ ἐλάλει. ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατ᾽ ἐμοῦ ἐψιθύριζον πάντες οἱ ἐχθροί μου, κατ᾽ ἐμοῦ ἐλογίζοντο κακά μοι, λόγον παράνομον κατέθεντο κατ᾽ ἐμοῦ.
Μετάφραση
Και πάλι στον 〈νη〉 ψαλμό λέει: Απάλλαξέ με από τους εχθρούς μου, Θεέ μου, και από εκείνους που ξεσηκώνονται εναντίον μου λύτρωσέ με· ελευθέρωσέ με από αυτούς που εργάζονται την ανομία και από αιμοδιψείς άνδρες σώσε με. 〈μγ〉 Ότι ο Ιούδας θα προδώσει — ο Δαβίδ στον 〈μ〉 ψαλμό λέει: Οι εχθροί μου είπαν κακά λόγια για μένα: «Πότε θα πεθάνει και θα εξαλειφθεί το όνομά του;». Και όταν έμπαινε για να με δει, έλεγε μάταια λόγια· η καρδιά του συγκέντρωνε την ανομία μέσα της, έβγαινε έξω και τα έλεγε. Όλοι μαζί οι εχθροί μου ψιθύριζαν εναντίον μου, εναντίον μου μηχανεύονταν συμφορές, παράνομο λόγο κατέθεσαν εναντίον μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες