Εἰπέ, ὦ Δαυίδ· παρακελεύῃ θεῷ; Νόμοις δὲ καὶ διατάγμασι τριγχοῖς ἀπόφασιν θεοῦ; Χαλινοῖς δὲ ὅρους γλώσσης δημιουργοῦ; Ἀποκρίνεται· Οὐ λέγω διαταττόμενος, ἀλλὰ τοῦ ἐλέους αὐτοῦ ἀπολαῦσαι βουλόμενος· 〈Ἐλέησόν με, κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι.〉 Ὢ τῆς εὐλαβείας· ὁ βασιλεὺς μαστιζομένου δούλου τὰς φωνὰς προβάλλεται. Ἐπειδὴ παρεκάλεσε μὴ ἐλεγχθῆναι τῷ θυμῷ μηδὲ παιδευθῆναι τῇ ὀργῇ, ἀπαιτούμενος ὡς χρεώστης καὶ ὑπεύθυνος τὴν παραθήκην καὶ τὸ δάνειον τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ μὴ ἔχων ἀποδοῦναι σῶα τὰ τῆς φύσεως κεφάλαια, παρεκάλει· 〈Ἐλέησόν με, κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι.〉 Ἀσθένειαν γὰρ νῦν λέγει, οὐ τὴν ἀρρωστίαν τοῦ σώματος, ἀλλὰ τὴν αὐθαίρετον ἀτονίαν τῆς πίστεως. Ὅτι δέ ἐστιν ἀσθένεια πίστεως, λέγει ὁ ἀπόστολος· 〈Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε.〉 Καὶ ἄλλως περὶ τοῦ Ἀβραάμ· 〈Καὶ μὴ ἀσθενήσας τῇ πίστει οὐ κατενόησε τὸ ἑαυτοῦ σῶμα νενεκρωμένον,〉 πρὸς παιδογονίαν ὄψιμον.
Μετάφραση
Πες, ω Δαβίδ: δίνεις προσταγές στον Θεό; Με νόμους και διατάγματα περιτειχίζεις την απόφαση του Θεού; Με χαλινάρια περιορίζεις τα λόγια του Δημιουργού; Αποκρίνεται: Δεν τα λέω αυτά διατάζοντας, αλλά επιθυμώντας να απολαύσω το έλεός Του: «Ελέησόν με, Κύριε, διότι είμαι ασθενής». Ώ της ευλαβείας! Ο βασιλιάς προβάλλει τις κραυγές ενός μαστιζόμενου δούλου. Επειδή παρακάλεσε να μην ελεγχθεί με θυμό ούτε να τιμωρηθεί με οργή, καθώς του ζητείται ως χρεώστη και υπεύθυνου η παρακαταθήκη και το δάνειο της ψυχής και του σώματος, και επειδή δεν έχει να αποδώσει ακέραια τα κεφάλαια της φύσεως, παρακαλούσε: «Ελέησόν με, Κύριε, διότι είμαι ασθενής». Διότι ως ασθένεια τώρα λέγει, όχι την αρρώστια του σώματος, αλλά την εκούσια ατονία της πίστεως. Ότι δε υπάρχει ασθένεια πίστεως, το λέγει ο Απόστολος: «Αυτόν που ασθενεί στην πίστη, να τον δέχεστε». Και αλλού περί του Αβραάμ: «Και μη έχοντας ασθενήσει στην πίστη, δεν θεώρησε το σώμα του νεκρωμένο», ως προς την όψιμη τεκνογονία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες