Ἀφ᾽ ὧν 〈ζητεῖτε τὸ ψεῦδος〉 καὶ ζητοῦντες τὸ ψεῦδος τὴν μάχαιραν καθ᾽ ἑαυτῶν ζητεῖτε· 〈Στόμα〉 γὰρ 〈καταψευδόμενον ἀναιρεῖ ψυχήν.〉 Ψεῦδος δὲ λέγει νῦν πᾶν πρᾶγμα μάταιον, τὸ ταχεῖαν τὴν πτῶσιν καὶ τὴν μεταβολὴν ἔχον. 〈Ζυγὸς δόλιος〉 καὶ μάταιος τὸ ψεῦδος. Γέγραπται· 〈Πλὴν μάταιοι οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ψευδεῖς οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν ζυγοῖς τοῦ ἀδικῆσαι. Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος;〉 Καὶ τὸ ζύγιον δύο πλάστιγγας ἔχει διαγνώμονας τῶν προσφερομένων, δεχομένας τὰ εἴδη καὶ ἀντιταλαντευομένας τὴν ὕλην, λίνου ἐξηρτημένας καὶ ἄνω καὶ κάτω κενεμβατούσας καὶ ἐν τῷ κενεμβατεῖν τὸ ἀσφαλὲς ὑποδεικνυούσας, ὅτε τὸ μέσον κέντρον τοῦ ζυγοῦ, ἡ λεγομένη γλωσσίς, ἔνθεν κἀκεῖθεν παρακύπτουσα, ζητεῖ τὸ δίκαιον ποῦ εὕρῃ· καὶ παρακύπτουσα μὲν ἀδικίαν ἐλέγχει, ἐπὶ πλεῖον δὲ φαινομένη τὸ πολὺ τῆς βίας μαρτύρεται. Καθάπερ ἀπὸ κοιτῶνος κόρη ἐξωθουμένη, ὅταν δὲ ἰσοταλάντῳ ῥοπῇ ὁμονοῇ τὰ ὑποκείμενα, ἔνδον τοῦ θαλάμου κρύπτεται, τὸ δίκαιον αἰσχυνομένη. Καὶ κρυβομένη γλῶσσα μαρτυρεῖ τῇ ἰσότητι, καὶ φαινομένη μὲν λυπεῖ, μὴ φαινομένη δὲ χαροποιεῖ. Καὶ ὁ ζυγοστάτης ὡς ἐραστὴς κόρην σώφρονα τηρεῖ καὶ τὰς δύο θυρίδας τοῦ κοιτῶνος περισκοπεῖ, ἐπὶ παρακυπτούσῃ μὲν λυπούμενος, ἐπὶ κρυβομένῃ δὲ εὐφραινόμενος.
Μετάφραση
Από τα οποία <αναζητάτε το ψεύδος> και, αναζητώντας το ψεύδος, αναζητάτε τη μάχαιρα εναντίον των εαυτών σας. Διότι <στόμα που καταψεύδεται αναιρεί την ψυχή>. Ψεύδος ονομάζει εδώ κάθε μάταιο πράγμα, το οποίο υπόκειται σε ταχεία πτώση και μεταβολή. <Δόλιος ζυγός> και μάταιος είναι το ψεύδος. Είναι γραμμένο: <Όμως μάταιοι είναι οι υιοί των ανθρώπων, ψευδείς οι υιοί των ανθρώπων σε ζυγούς για να αδικούν. Γιατί αγαπάτε τη ματαιότητα και αναζητάτε το ψεύδος;> Και η ζυγαριά έχει δύο πλάστιγγες που διακρίνουν όσα προσφέρονται, οι οποίες δέχονται τα είδη και αντισταθμίζουν την ύλη, κρεμασμένες από νήμα και αιωρούμενες πάνω και κάτω, και κατά την αιώρησή τους υποδεικνύουν το ασφαλές, όταν το μεσαίο κέντρο του ζυγού, η λεγόμενη γλωσσίδα, προβάλλοντας από εδώ και από εκεί, αναζητά πού θα βρει το δίκαιο. Και όταν μεν προβάλλει, ελέγχει την αδικία, όταν δε φαίνεται περισσότερο, μαρτυρεί το μέγεθος της βίας. Σαν κόρη που εξωθείται από τον κοιτώνα της, όταν όμως τα υποκείμενα πράγματα συμφωνούν με ισόρροπη κλίση, κρύβεται μέσα στον θάλαμο, νιώθοντας συστολή ενώπιον του δικαίου. Και η γλώσσα όταν κρύβεται μαρτυρεί την ισότητα, και όταν φαίνεται προκαλεί λύπη, ενώ όταν δεν φαίνεται προκαλεί χαρά. Και ο ζυγοστάτης, σαν εραστής που παρατηρεί σώφρονα κόρη, επιθεωρεί τις δύο θυρίδες του κοιτώνα, λυπούμενος μεν όταν εκείνη προβάλλει, ευφραινόμενος δε όταν παραμένει κρυμμένη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες