Ἀκούεις ὅπως οἱ τῆς ἀνομίας υἱοὶ ἐξωθεῖν [cod. ἔξωθεν] ἡμᾶς σπουδάζουσι τῆς ἐκνεμηθείσης παρὰ Θεοῦ τιμῆς, καὶ ἀποστερεῖν ἐπείγοντες τῶν δεδωρημένων ἡμῖν ἄνωθεν ἀγαθῶν; Θέλοντες δὲ τιμῆς ἐξῶσαι τοὺς ἡγιασμένους, δεδιψήκασι τοῦ πράγματος τὴν κατόρθωσιν, καὶ πᾶσαν εἰς τοῦτο πεποίηνται τὴν σπουδήν. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ, «Ἔδραμον ἐν δίψει.» Ποίαις δὲ κέχρηνται μηχαναῖς· <Τῷ στόματι αὐτῶν εὐλόγουν, καὶ τῇ καρδίᾳ αὐτῶν κατηρῶντο.> (E f. 112 b.) Εἰσὶ γὰρ, εἰσὶν οἳ μὲν τὴν γλῶτταν ἔχουσι διφυᾶ, διπρόσωπον δὲ τὴν καρδίαν, οἳ χρηστοὶ μὲν εἰσὶν, ὅσον ἧκον εἰς λόγους, ἰοῦ δὲ μεμεστωμένον καὶ πονηρίας ἁπάσης ἔχουσι τὸν νοῦν. <Πλὴν τῷ Θεῷ ὑποτάγηθι, ἡ ψυχή μου.> (A f. 318. Κυρίλλου, Βασιλείου, Θεοδωρήτου.) Πάλιν τῇ ἰδίᾳ ψυχῇ διαλέγεται, τὴν ὑποταγὴν αὐτῆς τὴν πρὸς Θεὸν ἐπιτείνων. Ἐνδείκνυται δὲ τὸ μέγεθος τῶν πειρασμῶν, καὶ τὸ τοῦ Ἀποστόλου λέγει· «Ὅτι οὐκ ἐάσει ἡμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δυνάμεθα ὑπενεγκεῖν.»—«Παρ᾽ αὐτοῦ γὰρ ἡ ὑπομονή μου.» <Καὶ γὰρ αὐτὸς Θεός μου καὶ σωτήρ μου, ἀντιλήπτωρ μου, οὐ μεταναστεύσω.> (A f. 318 b.) Ὁμολογοῦμεν οὐχ ὑπεσταλμένως, ἀλλ᾽ ἐν παῤῥησίᾳ τεθαρσηκότες καὶ ἀληθεύοντες ὅτι Θεὸς ἡμῶν ὁ Ἐμμανουὴλ, ὃν ἡ ἁγία θεοτόκος Παρθένος ἀπεκύησεν. Αὐτὸν οὖν εἰδότες ἀληθινὸν Θεὸν καὶ σωτηρίας πηγὴν, οὐκ ἀνεξόμεθα τὴν δουλείαν ἀμεῖψαι καὶ πρὸς ἑτέραν δεσποτείαν ἀναδραμεῖν.
Μετάφραση
Ακούς πώς οι υιοί της ανομίας σπεύδουν να μας απομακρύνουν από την τιμή που μας έχει απονεμηθεί από τον Θεό, και βιάζονται να μας αποστερήσουν από τα αγαθά που μας έχουν δωρηθεί άνωθεν; Θέλοντας δε να στερήσουν από την τιμή τους αγιασμένους, δίψασαν για την κατόρθωση αυτού του πράγματος, και έχουν καταβάλει κάθε προσπάθεια για αυτό. Διότι αυτό σημαίνει το, «Έτρεξαν με δίψα.» Και ποια τεχνάσματα χρησιμοποίησαν; <Με το στόμα τους ευλογούσαν, και με την καρδιά τους καταριούνταν.> (E f. 112 b.) Διότι υπάρχουν, υπάρχουν κάποιοι που έχουν τη γλώσσα διχαλωτή, και την καρδιά διπρόσωπη, οι οποίοι είναι καλοί όσον αφορά τα λόγια, αλλά έχουν τον νου τους γεμάτο από δηλητήριο και κάθε πονηρία. <Όμως στον Θεό υποτάξου, ψυχή μου.> (A f. 318. Κυρίλλου, Βασιλείου, Θεοδωρήτου.) Πάλι συνομιλεί με τη δική του ψυχή, επιτείνοντας την υποταγή της προς τον Θεό. Υποδεικνύεται δε το μέγεθος των πειρασμών, και λέγει τα λόγια του Αποστόλου: «Διότι δεν θα μας αφήσει να πειραστούμε πέραν από ό,τι μπορούμε να υπομείνουμε.» — «Διότι από Αυτόν προέρχεται η υπομονή μου.» <Διότι Αυτός είναι ο Θεός μου και ο Σωτήρας μου, ο βοηθός μου, δεν θα κλονιστώ.> (A f. 318 b.) Ομολογούμε όχι με συστολή, αλλά με παρρησία, έχοντας θάρρος και λέγοντας την αλήθεια, ότι ο Θεός μας είναι ο Εμμανουήλ, τον οποίο γέννησε η αγία Θεοτόκος Παρθένος. Γνωρίζοντάς τον, λοιπόν, ως αληθινό Θεό και πηγή σωτηρίας, δεν θα ανεχθούμε να αλλάξουμε τη δουλεία μας και να προστρέξουμε σε άλλη δεσποτεία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες