Οὐχ ὁρᾷς τίνι λαλεῖς; Καὶ τῷ βλέποντι ἐγκαλοῦμεν ὡς μὴ βλέποντι, ἐπειδὴ ἡ κακία αὐτὸν ἀπετύφλωσεν. Ἵνα οὖν δείξῃ καὶ ὁ προφήτης ὅτι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ὡς ἐν νυκτὶ τοὺς δικαίους οὐκ ἐγνώρισαν, οὐκ ἐδυσώπησαν, ἀλλὰ κατατοξεύειν αὐτούς, οὐχ ἁπλῶς τοξεύειν, ἐμελέτησαν, λέγει· 〈Τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν σκοτομήνῃ τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.〉 Νομίσαντες οἱ δείλαιοι ὅτι ὡς ἐν νυκτὶ τοξεύουσι, καὶ τὰ βέλη μᾶλλον ἐζημιώθησαν καὶ τοὺς δικαίους οὐκ ἔπληξαν. Ἐν σκοτομήνῃ δὲ κατατοξεύουσι κἀκεῖνοι οἱ λάθρᾳ καὶ κρυφίως τοῖς φίλοις ἐπιβουλεύοντες, οἱ αὐθαίρετον νύκτα καὶ σκοτίαν τὴν ὑπόκρισιν καὶ τὸν δόλον φέροντες, περὶ ὧν καὶ ἐν ἑξηκοστῷ τρίτῳ ψαλμῷ ἔλεγεν· 〈Ἐνέτειναν τόξον πρᾶγμα πικρόν, τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν ἀποκρύφοις ἄμωμον.〉 Ὡς οὖν ἐκεῖ ἀπόκρυφον πρᾶγμα τὸν δόλον εἶπεν, οὕτως αὐτὸν ἐνταῦθα σκοτομήνην εἴρηκε· 〈Τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν σκοτομήνῃ.〉 Ἢ καὶ σκοτομήνην εἶπε τὴν ἐν τῷ σκότῳ μῆνιν καὶ τὴν κρύφιον ὀργήν. Ἐπιτήρει δὲ πανταχόθεν τοὺς τυφλοὺς πολεμιστάς, ἀπράκτους μείναντας καὶ ἕως ἀπειλῆς καὶ ἐπαγγελίας τὸν πόλεμον ζωγραφήσαντας. 〈Ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν τόξον·〉 ἐνέτειναν, οὐκ ἔπεμψαν. 〈Ἡτοίμασαν βέλη εἰς φαρέτραν·〉 ἡτοίμασαν, οὐκ ἐτόξευσαν. 〈Τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν σκοτομήνῃ·〉 σχῆμα τοξευόντων ἔδειξαν καὶ ὡς ἐν ζωγραφίᾳ ἀκίνητοι ἔμειναν· ἡ γὰρ τοῦ θεοῦ ῥοπὴ τὰς ὁρμὰς αὐτῶν παρέλυσεν.
Μετάφραση
Δεν βλέπεις σε ποιον μιλάς; Και κατηγορούμε αυτόν που βλέπει σαν να μη βλέπει, επειδή η κακία τον έχει τυφλώσει. Για να δείξει λοιπόν και ο προφήτης ότι και οι αμαρτωλοί μέσα στην ημέρα, σαν να ήταν νύχτα, δεν αναγνώρισαν τους δικαίους, δεν τους σεβάστηκαν, αλλά μελέτησαν το πώς να τους κατατοξεύσουν, όχι απλώς να τους τοξεύσουν, λέει: «Για να κατατοξεύσουν στη σκοτομήνη τους ευθείς στην καρδιά». Επειδή νόμισαν οι άθλιοι ότι τοξεύουν σαν μέσα στη νύχτα, μάλλον έχασαν τα βέλη τους και δεν έπληξαν τους δικαίους. Στη σκοτομήνη όμως κατατοξεύουν και εκείνοι που κρυφά και ύπουλα επιβουλεύονται τους φίλους τους, οι οποίοι φέρουν ως θεληματική νύχτα και σκοτάδι την υποκρισία και τον δόλο, για τους οποίους έλεγε και στον εξηκοστό τρίτο ψαλμό: «Τέντωσαν το τόξο για υπόθεση πικρή, για να κατατοξεύσουν στα κρυφά τον άμωμο». Όπως λοιπόν εκεί ονόμασε τον δόλο κρυφό πράγμα, έτσι και εδώ τον ονόμασε σκοτομήνη: «Για να κατατοξεύσουν στη σκοτομήνη». Ή ίσως ονόμασε σκοτομήνη τη μήνι μέσα στο σκοτάδι και την κρυφή οργή. Παρατήρησε δε από παντού τους τυφλούς πολεμιστές, που έμειναν άπραγοι και που σχημάτισαν τον πόλεμο μόνο μέχρι το σημείο της απειλής και της εξαγγελίας. «Ιδού οι αμαρτωλοί τέντωσαν το τόξο»· το τέντωσαν, δεν έριξαν. «Ετοίμασαν τα βέλη στη φαρέτρα»· τα ετοίμασαν, δεν τα εκτόξευσαν. «Για να κατατοξεύσουν στη σκοτομήνη»· έλαβαν τη στάση εκείνων που τοξεύουν και έμειναν ακίνητοι σαν σε ζωγραφιά· διότι η απόφαση του Θεού παρέλυσε τις ορμές τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες