Εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου ἐν ὁλοκαυτώμασι. Τὸν ἐπουράνιον δηλονότι· ὅλους γὰρ ἑαυτοὺς ἀνέθηκαν τῷ Θεῷ ἐν τάξει ὁλοκαυτωμάτων. [Ὁλοκαυτώμασι δὲ νοητοῖς. Ἀλλὰ τὰ μὲν σὰ, φησὶ, Δέσποτα, τοιαῦτα· τὰ δὲ ἡμέτερα, τὸ οἷα εἰσελθεῖν εἰς τὸν ναὸν καὶ θῦσαί σοι χαριστήρια, τὸ αὐτὸ δὲ λέγει διέστειλε καὶ ἐλάλησε. Τοῦτο δὲ λέγει ὅσα ηὐξάμην.] Ἀποδώσω σοι τὰς εὐχάς μου. Ἃ ηὐξάμην, φησὶ, θλιβόμενος ἀποδώσω σοι. Ηὐξάμην δὲ, ὡς τῆς θλίψεως τῆς παρούσης ῥυσθεὶς διαπαντὸς ἀναπέμψω σοι τὰς αἰνέσεις.
Μετάφραση
«Θα εισέλθω στον οίκο σου με ολοκαυτώματα». Στον επουράνιο δηλαδή· διότι αφιέρωσαν πλήρως τους εαυτούς τους στον Θεό σε τάξη ολοκαυτωμάτων. [Με νοητά, βεβαίως, ολοκαυτώματα. Αλλά τα μεν δικά σου, λέγει, Δέσποτα, είναι τέτοια· τα δε δικά μας συνίστανται στο να αξιωθούμε να εισέλθουμε στον ναό και να σου προσφέρουμε ευχαριστήριες θυσίες, το ίδιο δε εννοεί με το «προέφεραν» και «ελάλησε». Με αυτό δε εννοεί «όσα υποσχέθηκα».] Θα σου αποδώσω τις ευχές μου. Εκείνα που υποσχέθηκα, λέγει, όταν βρισκόμουν σε θλίψη, θα σου τα αποδώσω. Υποσχέθηκα δε, ότι αφού λυτρωθώ από την παρούσα θλίψη, θα σου αναπέμπω ακατάπαυστα τις αινέσεις.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες