Εἰσὶ δὲ κριοὶ κινήσεις καὶ ὁρμαὶ ἀπὸ τοῦ θυμικοῦ τῆς ψυχῆς τὴν ὁρμὴν ἔχουσαι· ἢ λογισμοὶ ἡγεμονικοὶ τὰ πάθη κερατίζοντες. Βοῦν δὲ ἱερουργεῖ ὁ προσάγων θυσίαν ζῶσαν ἑαυτὸν διὰ πράξεως· ἀναλογεῖ γὰρ τῷ ἐκ τῆς γῆς πλασθέντι σώματι γεωπόνον ὑπάρχον τὸ ζῶον ὁ βοῦς. Χίμαροι δὲ, τὰ μετανοίας ἔργα· περὶ ἁμαρτίας γὰρ προσεφέροντο. Θυμίαμα δὲ ἡ ἀποπνέουσα τῶν καθαρῶν ψυχῶν εὐωδία. <Δεῦτε, ἀκούσατε, καὶ διηγήσομαι.> (B f. 269, H f. 124) Οὐκ ἀρχαίων διηγημάτων ποιεῖται μνήμην, ἀλλ᾽ οὐδὲ τίνα τρόπον ἐξ Αἰγύπτου λελύτρωται κατὰ καιροὺς ὁ Ἰσραήλ· διδάσκει δὲ οὐ καθ᾽ ἅ φησιν τὸ γράμμα τὸ νομικὸν, ἀλλ᾽ ὡς νέας διαθήκης κηρύξας τὰ νέα, τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν θαυμάζει κατορθώματα, ὅσα ταῖς ἁπάντων ἡμῶν ἐχαρίσατο ψυχαῖς. <Πρὸς αὐτὸν τῷ στόματί μου ἐκέκραξα, καὶ ὕψωσα ὑπὸ τὴν γλῶσσάν μου.> (A f. 332, B f. 269, E f. 123, G f. 59 b, H f. 124, L. f. 154 b) Τί δὴ ἆρά ἐστι τὸ, «Ἐκέκραξα καὶ ὕψωσα ὑπὸ τὴν γλῶσσάν μου,» ἀναγκαῖον ἀκριβολογουμένους ἰδεῖν. Τινὲς μὲν γὰρ προσευχόμενοι, τὰς Ἰουδαϊκὰς μιμοῦνται κακίας, καὶ τὴν τῶν ἀνοσίων Φαρισαίων ζηλοῦσι φιλοδοξίαν, ὑψηλῇ καὶ μεγάλῃ κεχρημένοι τῇ φωνῇ· νομίζουσι γὰρ, κατὰ τὸ εἰκὸς, ἐκ πολλῆς ἄγαν ἀμαθίας, ὡς εἰ μὴ μέγα κράξαιεν, οὐκ ἂν ἀκούσοι Θεός.
Μετάφραση
Κριοί είναι οι κινήσεις και οι ορμές που αντλούν την ορμή τους από το θυμικό μέρος της ψυχής· ή οι ηγεμονικοί λογισμοί που χτυπούν τα πάθη. Βόδι δε θυσιάζει αυτός που προσφέρει τον εαυτό του ως ζωντανή θυσία μέσω της έμπρακτης αρετής· διότι το βόδι, όντας ζώο που καλλιεργεί τη γη, αναλογεί στο σώμα που πλάστηκε από το χώμα. Οι τράγοι πάλι συμβολίζουν τα έργα της μετάνοιας, διότι προσφέρονταν ως θυσία για τις αμαρτίες. Και θυμίαμα είναι η ευωδία που αναδίδουν οι καθαρές ψυχές. <Ελάτε, ακούστε, και θα διηγηθώ.> (B f. 269, H f. 124) Δεν κάνει μνεία παλαιών διηγήσεων, ούτε του πώς κατά καιρούς λυτρώθηκε ο Ισραήλ από την Αίγυπτο· διδάσκει δε όχι σύμφωνα με όσα λέει το γράμμα του νόμου, αλλά, ως κήρυκας των νέων της νέας διαθήκης, θαυμάζει τα κατορθώματα του Σωτήρα μας, τα οποία χάρισε στις ψυχές όλων μας. <Προς αυτόν έκκραξα με το στόμα μου, και τον ύψωσα κάτω από τη γλώσσα μου.> (A f. 332, B f. 269, E f. 123, G f. 59 b, H f. 124, L. f. 154 b) Είναι λοιπόν αναγκαίο να δούμε με ακρίβεια τι σημαίνει το, «Έκραξα και ύψωσα κάτω από τη γλώσσα μου». Διότι μερικοί, όταν προσεύχονται, μιμούνται τις ιουδαϊκές κακίες και ζηλεύουν τη φιλοδοξία των ανόσιων Φαρισαίων, χρησιμοποιώντας υψηλή και δυνατή φωνή· επειδή νομίζουν, όπως είναι φυσικό από την πάρα πολλή τους αμάθεια, ότι αν δεν φωνάξουν δυνατά, ο Θεός δεν πρόκειται να τους ακούσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες