Καὶ ἕτερόν τι καύχημα προσφέρει Θεῷ, τὸ ἔξω πάσης ἀδικίας γενέσθαι· διὸ καὶ εἰσακούεσθαι θαῤῥεῖ. Ὁ δὲ Σύμμαχος οὕτως· «Ἀδικίαν εἰ προεῖδον ἐν καρδίᾳ μου, μὴ ὑπακούσῃ Κύριος.» Εἰ παρακαλῶν, φησὶ, τῆς δουλείας ἀπαλλαγῆναι καὶ τῆς ἐπανόδου τυχεῖν, ἄδικά τινα δράσσειν μετὰ τὴν ἐπάνοδον ἐφαντάσθην, τῆς θείας εὐμενείας μὴ τύχοιμι· ὅτι δὲ οὐ ψεύδομαι, τὰ πράγματα μαρτυρεῖ. Οὐκ εἶπεν εἰ ἐθεώρησα, ἀλλ᾽ εἰ ἐθεώρουν. Τὸ μὲν πρῶτον, ὀλιγοχρόνιον σημαίνει τὸν πονηρὸν λογισμόν· τὸ δὲ δεύτερον, πολυχρονιώτερον. <Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς, ὃς οὐκ ἀπέστησε τὴν προσευχήν μου.> (G f. 39 b) Καθαρὸν γάρ με τοιούτων λογισμῶν θεασάμενος, φιλοτιμίᾳ τῶν οἰκείων ἠξίωσε δωρεῶν· οὕτω ταῦτα διηγησάμενος, τῶν εὐσεβῶν ὁ χορὸς εἰς ὕμνον συμπεραίνει τοὺς λόγους· τοῦ καθαρὰν ἔχοντος τὴν καρδίαν μὴ ἀφίστατο ἡ καθαρὰ προσευχή. Ἡ δὲ προσευχὴ, καὶ τὸ ἔλεον δηλονότι· διὰ γὰρ τῆς προσευχῆς τὸν ἔλεον αἰτοῦμαι παρὰ Θεῷ.
Μετάφραση
Και ένα άλλο καύχημα προσφέρει στον Θεό, το ότι έμεινε μακριά από κάθε αδικία· γι' αυτό και έχει το θάρρος ότι θα εισακουστεί. Ο δε Σύμμαχος λέει τα εξής: «Αν προείδα αδικία στην καρδιά μου, ας μην με εισακούσει ο Κύριος.» Αν παρακαλώντας, λέει, να απαλλαγώ από τη δουλεία και να επιτύχω την επάνοδο, φαντάστηκα να πράξω κάποια άδικα έργα μετά την επάνοδό μου, είθε να μην τύχω της θείας εύνοιας· και ότι δεν ψεύδομαι, το μαρτυρούν τα ίδια τα πράγματα. Δεν είπε «αν θεώρησα» (εἰ ἐθεώρησα), αλλά «αν θεωρούσα» (εἰ ἐθεώρουν). Το μεν πρώτο, υποδηλώνει τον πονηρό λογισμό ως βραχύβιο· το δε δεύτερο, ως πιο μακροχρόνιο. <Ευλογητός ο Θεός, ο οποίος δεν απέστρεψε την προσευχή μου.> (G f. 39 b) Διότι, επειδή με είδε καθαρό από τέτοιους λογισμούς, με τη γενναιοδωρία Του με αξίωσε των δικών Του δωρεών· αφού λοιπόν διηγήθηκε αυτά, ο χορός των ευσεβών κατακλείει τους λόγους σε ύμνο: από εκείνον που έχει καθαρή την καρδιά δεν απομακρύνεται η καθαρή προσευχή. Μαζί δε με την προσευχή, εννοείται προφανώς και το έλεος· διότι μέσω της προσευχής ζητώ το έλεος από τον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες