Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου. Τίνα ἦν ἃ ἔκραξε, καὶ ἐπὶ τίσιν, ἐν τοῖς ἑξῆς σαφῶς ἐδίδαξεν, εἰπών· Ῥυσθείην ἐκ τῶν μισούντων με, καὶ ἐκ τοῦ βάθους τῶν ὑδάτων, καὶ, Μή με καταποντισάτω καταιγὶς ὕδατος, καὶ τὰ ἑξῆς ἐπιλεγόμενα. Ηὔχετο γὰρ, ὡς ἔφην, ὑπὲρ τῆς ἀνθρώπου φύσεως· ὅπως καταργηθῇ τοῦ θανάτου τὸ κράτος, μὴ συγκλείοντος κατ᾽ αὐτῆς τὸ στόμα τοῦ ᾅδου· διὸ καὶ λέγει· Μηδὲ συσχέτω ἐπ᾽ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ.
Μετάφραση
«Κοπίασα να κράζω, βράχνιασε ο λάρυγγάς μου». Το ποια ήταν αυτά που φώναξε, και για ποιους, το δίδαξε με σαφήνεια στα όσα ακολουθούν, λέγοντας: «Ας λυτρωθώ από εκείνους που με μισούν, και από το βάθος των υδάτων», και, «Ας μη με καταποντίσει η καταιγίδα του ύδατος», και τα όσα λέγονται στη συνέχεια. Διότι προσευχόταν, όπως είπα, υπέρ της ανθρώπινης φύσεως· ώστε να καταργηθεί το κράτος του θανάτου, και να μην κλείσει ο άδης το στόμα του εναντίον της· γι’ αυτό και λέει: «Ούτε το φρέαρ να κλείσει πάνω μου το στόμα του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες