Φησὶ γάρ· «Ἀνήγαγες ἐξ ᾅδου τὴν ψυχήν μου·» ὡς οἱ εἰς φρέαρ ἐμπεσόντες, οὗ τὸ στόμα ἐνεφράγη. Δηλώσας δὲ καὶ ὁ Κύριος διὰ τοῦ, «Ἐνεπάγην εἰς ἰλὺν βυθοῦ,» τὴν τοῦ σώματος ἐν τῷ θανάτῳ λύσιν, καὶ παραστήσας τὴν εἰς ᾅδου κάθοδον, νῦν περὶ τῆς ἀνόδου φησί· «Ῥυσθείην, λέγων, ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων,» καὶ τὰ ἑξῆς. Τὰς μὲν γὰρ ἄλλας ψυχὰς κατέπιεν ὁ θάνατος ἰσχύσας, καὶ τὸ φρέαρ συνέσχεν ἀποκλεῖσαν τῷ ἑαυτοῦ στόματι. Φρέαρ δὲ στόμα ἔχον ὁ θάνατος, ἐξ αἰῶνος ἅπαντας καταπεπωκὼς τοὺς εἰς αὐτὸν καταπεπτωκότας, καὶ μετὰ τὸ καταπιεῖν, ἐπικλείσας τὸ ἑαυτοῦ στόμα πρὸς τὸ μή τινα πρὸς ζωὴν παλινδρομῆσαι. Ἐπ᾽ ἐμοὶ δὲ, φησὶ, μὴ γένοιτο τοῦτο. Λέγει δὲ καταιγίδα, ὑπεμφαίνων τὸ παγχάλεπον τῆς Ἰουδαίων Συναγωγῆς ναυάγιον, καὶ τὸ σὺν ἐκείνοις ἀποπνίγεσθαι τῷ τῆς ἀγνωσίας βυθῷ παραιτούμενος. Πῶς δὲ, εἰπὼν ἄνω· «Καταιγὶς κατεπόντισέ με,» νῦν λέγει· «Μή με καταποντισάτω;» Ὅτι ἐπεὶ ἔστι βυθισθέντα πάλιν ἀνανήξασθαι, εὔχεται ὧν ἐπειράθη μὴ πάλιν πεῖραν λαβεῖν. Κύματα οἶδα καὶ ἄλλα καὶ κλύδωνα φοβερὸν ἐπανιστάμενον τῇ ψυχῇ τὸν ἐκ τῶν παθῶν τῆς σαρκὸς, οἷς χρὴ δυσπρόσιτον ὄντα, μηδαμῶς τῆς ἀπ᾽ αὐτῶν πικρίας ἀναπίμπλασθαι· ἀλλ᾽ ἀεὶ προσευχόμενον λέγειν· «Ῥυσθείην ἐκ τῶν βαθέων τῶν ὑδάτων,» καὶ τὰ ἑξῆς. <Εἰσάκουσόν με, Κύριε, ὅτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου.> (A f. 348 Κυρίλλου καὶ Εὐσεβίου).
Μετάφραση
Διότι λέγει: «Ανέβασες από τον άδη την ψυχή μου», όπως εκείνοι που έπεσαν σε πηγάδι, του οποίου το στόμιο φράχθηκε. Αφού δε ο Κύριος δήλωσε με το, «Βυθίστηκα σε λάσπη βυθού», τη διάλυση του σώματος κατά τον θάνατο, και αφού παρουσίασε την κάθοδο στον άδη, τώρα μιλάει για την άνοδο: «Ας λυτρωθώ», λέγοντας, «από τα βάθη των υδάτων», και τα εξής. Διότι τις μεν άλλες ψυχές τις κατάπιε ο θάνατος, επειδή υπερίσχυσε, και το πηγάδι τις συγκράτησε κλείνοντας το δικό του στόμιο. Ο θάνατος είναι πηγάδι που έχει στόμιο, ο οποίος εξαρχής έχει καταπιεί όλους όσους έχουν πέσει μέσα σε αυτό, και μετά την κατάποση, έκλεισε το στόμιό του για να μην μπορέσει κανείς να επιστρέψει στη ζωή. Για εμένα όμως, λέγει, ας μη γίνει αυτό. Μιλάει δε για καταιγίδα, υποδηλώνοντας το παντελώς καταστροφικό ναυάγιο της Συναγωγής των Ιουδαίων, και αποστρεφόμενος τον πνιγμό μαζί με εκείνους στον βυθό της άγνοιας. Πώς όμως, ενώ είπε πιο πάνω: «Η καταιγίδα με καταπόντισε», τώρα λέγει: «Ας μη με καταποντίσει»; Διότι, επειδή είναι δυνατόν σε εκείνον που έχει βυθιστεί να αναδυθεί και πάλι, εύχεται αυτά που δοκίμασε να μην τα δοκιμάσει ξανά. Γνωρίζω δε και άλλα κύματα και φοβερό κλύδωνα που ξεσηκώνεται ενάντια στην ψυχή εξαιτίας των παθών της σάρκας, στα οποία πρέπει κανείς να είναι απρόσιτος, ώστε με κανέναν τρόπο να μην γεμίζει με την πικρία τους, αλλά πάντοτε προσευχόμενος να λέγει: «Ας λυτρωθώ από τα βάθη των υδάτων», και τα εξής. <Εισάκουσέ με, Κύριε, διότι αγαθό είναι το έλεός σου.> (A f. 348 Κυρίλλου και Ευσεβίου).
Περισσότερα
Λεπτομέρειες