Ἐπεὶ οὖν ἐν τῷ πάθει ὁ κόσμος ὡς πλοῖον ἐχειμάζετο, ὅτε ἡ γῆ ὡς θάλασσα ἐταράττετο, ὅτε αἱ πέτραι ὡς κύματα ἐλογίζοντο, ὅτε τὸ σκότος ὡς γνόφος κατήρχετο, ὅτε ἐπὶ τὸν ἱστὸν τὸν σταυρὸν ὁ κυβερνήτης ἐκρέματο, ὅτε τὸ καταπέτασμα ὡς ἄρμενον περιεσχίζετο, τότε ὁ ἀποστολικὸς χορὸς τοῦ κυβερνήτου χηρεύσας καὶ χειμαζόμενος ἀνεβόα· 〈Σῶσόν με, κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος.〉 Οὗτος ἐν ἄλλοις τὸν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τῆς τοιαύτης θαλάσσης χειμῶνα ἐδήλου λέγων· 〈Σῶσόν με, κύριε, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μου. Σῶσόν με, κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος.〉 Ὁ σήμερον φίλος αὔριον ἐχθρός· ὁ ἄρτι ἀδελφὸς τῇ ἑξῆς πολέμιος· ὁ νῦν με περιπτυσσόμενος μετὰ μικρὸν κατ᾽ ἐμοῦ ὁπλιζόμενος. Σαούλ με τέκνον καλεῖ καὶ τὸν φόνον ἀπειλεῖ· υἱὸν λέγει καὶ τὸ ξίφος ἀκονᾷ. Ἐπεὶ οὖν οὐκ ἔστι χεῖρα ἐκτεῖναι καὶ ἐπιλαβέσθαι φίλου καὶ σωθῆναι, 〈σῶσόν με, κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος.〉 Ὡς ἐν θαλάσσῃ τῷ βίῳ εἰμί. Μυρίαις πανταχόθεν περιαντλοῦμαι συμφοραῖς.
Μετάφραση
Επειδή, λοιπόν, κατά το πάθος ο κόσμος κλυδωνιζόταν σαν πλοίο, όταν η γη ταρασσόταν σαν θάλασσα, όταν οι πέτρες έμοιαζαν σαν κύματα, όταν το σκοτάδι κατέβαινε σαν γνόφος, όταν πάνω στον ιστό, τον σταυρό, κρεμόταν ο κυβερνήτης, όταν το καταπέτασμα σχιζόταν σαν ιστίο, τότε ο αποστολικός χορός, έχοντας στερηθεί τον κυβερνήτη και βρισκόμενος σε τρικυμία, αναβοούσε: «Σώσε με, Κύριε, διότι εξέλιπε ο όσιος». Αυτός σε άλλα σημεία φανέρωνε τον χειμώνα αυτής της θάλασσας πάνω στον σταυρό, λέγοντας: «Σώσε με, Κύριε, διότι εισήλθαν ύδατα έως την ψυχή μου. Σώσε με, Κύριε, διότι εξέλιπε ο όσιος». Ο σημερινός φίλος είναι αύριο εχθρός· ο τωρινός αδελφός την επομένη γίνεται πολέμιος· αυτός που τώρα με αγκαλιάζει, μετά από λίγο οπλίζεται εναντίον μου. Ο Σαούλ με αποκαλεί τέκνο και με απειλεί με φόνο· με λέει γιο και ακονίζει το ξίφος. Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει δυνατότητα να απλώσω το χέρι και να πιαστώ από φίλο για να σωθώ, «σώσε με, Κύριε, διότι εξέλιπε ο όσιος». Βρίσκομαι στον βίο σαν σε θάλασσα. Κατακλύζομαι από παντού από μύριες συμφορές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες