Ἄνθρωπον δὲ αὐτὸν εἰρηκυῖα γενησόμενον, ἀκολούθως καὶ παθητὸν αὐτὸν σαρκὶ σημαίνει. Τήν τε ἐπιβουλὴν παρὰ τῶν Ἰουδαίων ὁρῶσα γινομένην, ψάλλει ἐν μὲν τῷ δευτέρῳ ψαλμῷ· Ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά; Παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ· ἐν δὲ τῷ εἰκοστῷ καὶ πρώτῳ τὴν ποιότητα τοῦ θανάτου ἐκ προσώπου τοῦ Σωτῆρός φησιν· Εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με· ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοὶ, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με. Ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας μου, ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου. Αὐτοὶ δὲ κατενόησαν, καὶ ἐπεῖδόν με· διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον. Τὸ δὲ τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ὀρύττεσθαι, τί ἕτερον ἢ σταυρὸν λέγων σημαίνει; Πάντα ταῦτα διδάσκουσα προστίθησιν, ὅτι μὴ δι᾽ ἑαυτὸν, δι᾽ ἡμᾶς δὲ ταῦτα πάσχει ὁ Κύριος. Καί φησιν ἐκ προσώπου πάλιν αὐτοῦ ἐν μὲν τῷ πζʹ· Ἐπ᾽ ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου· ἐν δὲ τῷ ἑξηκοστῷ ὀγδόῳ· Ἃ οὐχ ἥρπασα, τότε ἀπετίννυον.
Μετάφραση
Εφόσον δε ανέφερε ότι Αυτός θα γίνει άνθρωπος, κατά συνέπεια υποδηλώνει ότι θα είναι και παθητός κατά τη σάρκα. Και βλέποντας την επιβουλή που εξυφαινόταν από τους Ιουδαίους, ψάλλει στον δεύτερο ψαλμό: «Γιατί φρύαξαν τα έθνη και οι λαοί μελέτησαν μάταια πράγματα; Παρατάχθηκαν οι βασιλιάδες της γης και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν μαζί ενάντια στον Κύριο και ενάντια στον Χριστό του»· ενώ στον εικοστό πρώτο ψαλμό αναφέρει το είδος του θανάτου από το πρόσωπο του Σωτήρα: «Στο χώμα του θανάτου με κατέβασες· διότι με κύκλωσαν πολλά σκυλιά, σύναξη πονηρών με περικύκλωσε. Τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου, καταμέτρησαν όλα τα οστά μου. Αυτοί δε με παρατήρησαν και με κοίταξαν καλά· διαμοιράστηκαν τα ιμάτιά μου μεταξύ τους, και για τον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». Και λέγοντας ότι τρυπιούνται τα χέρια και τα πόδια, τι άλλο υποδηλώνει παρά τον σταυρό; Διδάσκοντας όλα αυτά προσθέτει ότι ο Κύριος δεν τα πάσχει αυτά για τον Εαυτό Του, αλλά για εμάς. Και λέει πάλι από το πρόσωπό Του, στον μεν ογδοηκοστό έβδομο ψαλμό: «Πάνω μου στηρίχθηκε η οργή Σου»· στον δε εξηκοστό όγδοο: «Αυτά που δεν άρπαξα, τότε τα πλήρωνα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες