Πάντες, δέσποτα, λέγουσιν ὅτι ἐγὼ τὸν Ἀβεσσαλὼμ ἐφόνευσα. 〈Κύριε ὁ θεός μου, εἰ ἐποίησα τοῦτο;〉 Εἰ τὴν δεξιὰν τῇ σφαγῇ τοῦ παιδὸς ἐμόλυνα; 〈Εἰ ἔστιν ἀδικία ἐν χερσί μου;〉 Εἰ γράμμασιν αὐτὸν ὡς τὸν Οὐρίαν ἐφόνευσα; Εἰ δακτύλοις ἐμοῖς τὸν κατ᾽ ἐκείνου ἐσκιογράφησα θάνατον; Ἢ καὶ οὕτως· ἐπειδὴ ῥυσθῆναι ὁ πατὴρ ἀπὸ τοῦ υἱοῦ προσηύχετο καὶ ὁ γεωργὸς τὸ φυτὸν ὡς ἄκανθαν ἔφυγε καὶ ὁ ποιμὴν τὸν ἄρνα ὡς λέοντα ἀπεδίδρασκεν, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἔλεγεν· Ὁ υἱὸς ἐμὲ τὸν πατέρα πολεμεῖ. 〈Κύριε ὁ θεός μου, εἰ ἐποίησα τοῦτο;〉 Εἰ τὸν τεκόντα ἐλύπησα; Εἰ μὴ ὡς δοῦλος δεσπότῃ ἐδούλευσα; Εἰ τὸν ἐκείνου θάνατον ἐμὴν ἐλευθερίαν ἐνόμισα; 〈Κύριε ὁ θεός μου, εἰ ἐποίησα τοῦτο;〉 Ὃ πάσχω εἰ ἐποίησα; Ὃ ὑπομένω εἰ ἔπραξα; 〈Εἰ ἔστιν ἀδικία ἐν χερσί μου;〉 Εἰ ἐπέσεισα τὰς χεῖρας τὴν σύντροφον πενίαν ὀνειδίζων τῷ πατρί; Εἰ μὴ τὰς ἀπὸ τῶν καμάτων προσόδους προσέφερον; Εἰ μὴ ὡς δευτέραν προσφορὰν τῷ πατρὶ τὴν εἰσφορὰν ἔφερον; 〈Εἰ ἔστιν ἀδικία ἐν χερσί μου;〉 Εἰ τὰς χεῖρας εἰς ἄμυναν καὶ πληγὰς τὰς κατ᾽ ἐχθρῶν ἐσάλευσα; 〈Εἰ ἀνταπέδωκα τοῖς ἀνταποδιδοῦσί μοι κακά;〉 Τὸν Σαοὺλ ὑπὸ τὴν χεῖρα λαβὼν ἐν τῷ σπηλαίῳ, τὸ ξίφος ἔχων ἐν χερσί, τὸν θυμὸν ἐπάτουν τοῖς ποσίν.
Μετάφραση
Όλοι, Δέσποτα, λένε ότι εγώ φόνευσα τον Αβεσσαλώμ. 〈Κύριε, Θεέ μου, αν το έπραξα αυτό;〉 Αν μόλυνα το δεξί μου χέρι με τη σφαγή του παιδιού; 〈Αν υπάρχει αδικία στα χέρια μου;〉 Αν τον φόνευσα με γραπτή διαταγή όπως τον Ουρία; Αν με τα δάχτυλά μου σχεδίασα τον θάνατό του; Ή και με αυτόν τον τρόπο: επειδή ο πατέρας προσευχόταν να διασωθεί από τον γιο του, και ο γεωργός απέφευγε το φυτό ωσάν αγκάθι, και ο ποιμένας έφευγε μακριά από τον αμνό ωσάν από λέοντα, ατενίζοντας προς τον ουρανό έλεγε: Ο γιος πολεμά εμένα, τον πατέρα του. 〈Κύριε, Θεέ μου, αν το έπραξα αυτό;〉 Αν ελύπησα αυτόν που με γέννησε; Αν δεν τον υπηρέτησα όπως ο δούλος τον κύριό του; Αν θεώρησα τον δικό του θάνατο ως δική μου ελευθερία; 〈Κύριε, Θεέ μου, αν το έπραξα αυτό;〉 Αν έπραξα αυτό που παθαίνω; Αν έκανα αυτό που υπομένω; 〈Αν υπάρχει αδικία στα χέρια μου;〉 Αν σήκωσα τα χέρια μου ονειδίζοντας στον πατέρα μου τη φτώχεια που μας συντρόφευε; Αν δεν του προσέφερα τα έσοδα από τους κόπους μου; Αν δεν έφερα τη συνεισφορά μου ως δεύτερη προσφορά στον πατέρα; 〈Αν υπάρχει αδικία στα χέρια μου;〉 Αν κίνησα τα χέρια μου προς άμυνα και για πλήγματα εναντίον εχθρών; 〈Αν ανταπέδωσα κακά σε όσους μου ανταποδίδουν κακά;〉 Έχοντας στα χέρια μου τον Σαούλ μέσα στο σπήλαιο, με το ξίφος στο χέρι, καταπατούσα τον θυμό με τα πόδια μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες