Ἐπειδὴ δὲ τῷ ἀρρωστοῦντι γίνεται νόμος ὁ τοῦ ἀρίστου ἰατροῦ λόγος, ὡς ἰατροῖς πειθαρχήσας, ὡς γεωργοῖς ἀκολουθῶ, τοὺς ῥῶγας τῆς φυτείας τοῦ λόγου αὐτῶν ἀναλεγόμενος καὶ εἰς ληνοὺς τὰς ὑμετέρας ἀκοὰς κατατιθέμενος. Καὶ αὐτοὶ μὲν ὑμῖν φέρουσι τοὺς μεγάλους τῶν νοημάτων βότρυας, ὡς τῆς μονογενοῦς ἀμπέλου εὔφορα καὶ πολύφορα κλήματα· ἐγὼ δὲ ῥωγολογήσας ἀεὶ τὴν τοῦ λόγου ἄμπελον, ἅπερ τῇ παιδικῇ μου δεξιᾷ συνήγαγον, ταῦτα ὡς πατράσι καὶ ἀδελφοῖς καὶ φίλοις προβάλλομαι. Εἰς 〈τὸ τέλος, ὑπὲρ τῶν ληνῶν· ψαλμὸς τῷ Δαυίδ.〉 Ἁρμόδιος καὶ φίλος τῷ πρὸ τούτου ἑβδόμῳ ψαλμῷ ὁ προκείμενος ὄγδοος ψαλμός. Πῶς; Ἄκουσον. Ἐν ἐκείνῳ ἐλέγετο ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας. 〈Καὶ ὑπὲρ ταύτης εἰς ὕψος ἐπίστρεψον.〉 Κύριε, 〈εἰς ὕψος ἐπίστρεψον,〉 ὁ εἰπών· 〈Καὶ καθὼς Μωυσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Εἰς ὕψος ἐπίστρεψον,〉 ὁ εἰρηκώς· 〈Κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. Ὑπὲρ ταύτης εἰς ὕψος ἐπίστρεψον·〉 καὶ ἐὰν εἰς ὕψος ἐπιστρέψω, τί; 〈Καὶ συναγωγὴ λαῶν κυκλώσει σε· Περιεκύκλωσάν με κύνες πολλοί,〉 οἱ Ἰουδαίων λαοί, τὸ 〈Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν,〉 ὑλακτοῦντες κατὰ σοῦ. 〈Καὶ συναγωγὴ λαῶν,〉 τῶν ἐθνῶν, 〈κυκλώσει σε,〉 ὡς λέγειν· 〈Ἐκύκλωσα καὶ ἔθυσα ἐν τῇ σκηνῇ αὐτοῦ. Ἐκύκλωσάν〉 σε ἐκεῖνοι 〈ὡς αἱ μέλισσαι κηρίον.
Μετάφραση
Επειδή για τον ασθενή ο λόγος του άριστου ιατρού γίνεται νόμος, υπακούοντας σε αυτούς ως ιατρούς, τους ακολουθώ ως γεωργούς, συλλέγοντας τις ρώγες από τη φυτεία του λόγου τους και εναποθέτοντάς τες στα πατητήρια, που είναι οι δικές σας ακοές. Και αυτοί μεν σας φέρνουν τα μεγάλα τσαμπιά των νοημάτων, ως εύφορα και πολύφορα κλήματα της μονογενούς αμπέλου· εγώ δε, μαζεύοντας πάντοτε τις ρώγες από την άμπελο του λόγου, αυτά που συγκέντρωσα με το παιδικό μου δεξί χέρι, αυτά προβάλλω σε εσάς ως σε πατέρες, αδελφούς και φίλους. <Εις το τέλος, υπέρ των ληνών· ψαλμός τω Δαβίδ.> Ο προκείμενος όγδοος ψαλμός είναι αρμόδιος και συγγενής με τον προηγούμενο έβδομο ψαλμό. Πώς; Άκουσε. Σε εκείνον λεγόταν υπέρ της εκκλησίας: <Και υπέρ αυτής εις ύψος επίστρεψον.> Κύριε, <εις ύψος επίστρεψον,> εσύ που είπες: <Και καθώς ο Μωυσής ύψωσε τον όφι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου. Εις ύψος επίστρεψον,> εσύ που είπες: <Και εγώ εάν υψωθώ, όλους θα τους ελκύσω προς εμένα. Υπέρ αυτής εις ύψος επίστρεψον·> και εάν επιστρέψω στο ύψος, τι θα συμβεί; <Και συναγωγή λαών θα σε κυκλώσει· Με περικύκλωσαν πολλοί σκύλοι,> οι λαοί των Ιουδαίων, γαυγίζοντας εναντίον σου το <Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν>. <Και συναγωγή λαών,> των εθνών, <θα σε κυκλώσει,> σαν να λέει: <Περικύκλωσα και θυσίασα στη σκηνή του. Σε περικύκλωσαν> εκείνοι <όπως οι μέλισσες την κηρήθρα.>
Περισσότερα
Λεπτομέρειες