Οἱ μὴ δεξάμενοι τὸν φωτισμὸν τὸν διὰ τοῦ Πνεύματος, ἐν ταράχῳ καὶ σάλῳ γενήσονται, τοῦ θείου ἐπιφανέντος δικαστηρίου. Ὕπνωσαν ὕπνον αὐτῶν, καὶ οὐχ εὗρον οὐδέν. Ἀμελείᾳ, φησὶ, καὶ ῥᾳθυμίᾳ παραδεδωκότες τὸν βίον κατὰ τὸν καιρὸν τῆς θείας κρίσεως, ὡς οὐδὲν εὗρον ἑαυτοὺς εἰς τὰς χεῖρας κατέχοντας, οἱ πάλαι ἐν τῷ θνητῷ βίῳ πλούσιοι. Πῶς γὰρ καὶ εἶχον εὑρεῖν ἃ οὐκ εἰργάσαντο; Πάντες οἱ ἄνδρες τοῦ πλούτου χερσὶν αὐτῶν. Ὁ δὲ Σύμμαχος οὕτως· Πάντες οἱ ἄνδρες οἱ ἰσχυροὶ τὰς χεῖρας αὐτῶν. Οὐδὲν αὐτοὺς, φησὶν, ὤνησε τῶν χειρῶν ἡ ῥώμη, δι᾽ ἧς τῶν ἁπάντων ἁρπάσειν προσεδόκησαν πλοῦτον. Καὶ διδάσκων τί δήποτε οὐδὲν ἐντεῦθεν ἀπώναντο, ἐπήγαγεν· Ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου, ὁ Θεὸς Ἰακὼβ, ἐνύσταξαν οἱ ἐπιβεβηκότες τοῖς ἵπποις. Ἐξενεχθείσης, φησὶ, τῆς κατ᾽ αὐτῶν δικαίας ψήφου, οἱονεὶ ὕπνῳ καὶ κάρῳ παραδέδονται· τουτέστιν ἀνανεύειν οὐκ ἴσχυσαν. Τίνες δὲ οὗτοι ἢ οἱ ἐπιβεβηκότες τοῖς ἵπποις;
Μετάφραση
Όσοι δεν δέχθηκαν τον φωτισμό διά του Πνεύματος θα βρεθούν σε ταραχή και κλύδωνα, όταν θα εμφανιστεί το θείο δικαστήριο. Κοιμήθηκαν τον ύπνο τους και δεν βρήκαν τίποτε. Επειδή παρέδωσαν τον βίο τους στην αμέλεια και τη ραθυμία, λέγει, κατά τον καιρό της θείας κρίσεως βρέθηκαν να μην κρατούν τίποτε στα χέρια τους, αυτοί που άλλοτε, στον θνητό βίο, ήταν πλούσιοι. Διότι πώς ήταν δυνατόν να βρουν αυτά για τα οποία δεν εργάστηκαν; Όλοι οι άνδρες του πλούτου στα χέρια τους. Ο δε Σύμμαχος το αποδίδει ως εξής: Όλοι οι άνδρες οι ισχυροί στα χέρια τους. Σε τίποτε δεν τους ωφέλησε, λέγει, η ρώμη των χεριών τους, διά της οποίας προσδοκούσαν να αρπάξουν τον πλούτο των πάντων. Και διδάσκοντας για ποιον λόγο δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από αυτό, πρόσθεσε: Από την επιτίμησή σου, Θεέ του Ιακώβ, νύσταξαν όσοι επιβαίνουν στα άλογα. Όταν εκδόθηκε, λέγει, η δίκαιη απόφαση εναντίον τους, παραδίδονται σαν σε ύπνο και λήθαργο· δηλαδή, δεν μπόρεσαν να ανανήψουν. Και ποιοι είναι αυτοί παρά όσοι επιβαίνουν στα άλογα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες