Ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου, ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ, καὶ εὐφράνθην. Ἀνθρώπων μὲν παραμυθίας, φησὶν, οὐδὲ μιᾶς ἠνεσχόμην· μόνη δέ μοι ἡ τοῦ Θεοῦ μνήμη εὐφροσύνη καρδίας ἐγένετο. Ἠδολέσχησα, καὶ ὠλιγοψύχησε τὸ πνεῦμά μου. Ὅτε, φησὶ, λογισμοῖς ἀνθρωπίνοις ἐχρώμην· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ, Ἠδολέσχησα, τότε δὴ τότε καὶ εἰς ὀλιγωρίαν κατεφερόμην.
Μετάφραση
Η ψυχή μου αρνήθηκε να παρηγορηθεί, θυμήθηκα τον Θεό και ευφράνθηκα. Δεν ανέχθηκα, λέγει, καμία απολύτως ανθρώπινη παρηγοριά· αλλά μόνο η μνήμη του Θεού έγινε για εμένα ευφροσύνη της καρδιάς. Αδολέσχησα, και ολιγοψύχησε το πνεύμα μου. Όταν, λέγει, μεταχειριζόμουν ανθρώπινους λογισμούς —διότι αυτό σημαίνει το «αδολέσχησα»— τότε ακριβώς κατέπιπτα στην ολιγωρία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες