Προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐταράχθην καὶ οὐκ ἐλάλησα. Τοῦτο γὰρ, φησὶ, ταράττεσθαι ποιεῖ τῶν ἐχθρῶν προκαταλαβόντων τῶν ἡμετέρων φυλακῶν τοὺς τόπους· τουτέστι τῶν τειχῶν τὰς ἐπάλξεις. Διελογισάμην ἡμέρας ἀρχαίας. Ἐκεῖνα, φησὶν, ἐνενόουν κατ᾽ ἐμαυτὸν, καὶ ἐταραττόμην πῶς πάλαι μὲν ὁ Θεὸς ἐβοήθει τῷ λαῷ, νυνὶ δὲ ἀπώσατο. Καὶ τουτό μοι τὴν ἀθυμίαν ἐκίνει, τὸ μὴ ἄρα εἰς τὸ διηνεκὲς αὐτῶν ἡ ἀποστροφὴ γένηται. Ὑπεμιμνησκόμην ἐκείνων τῶν παλαιῶν ἡμερῶν.
Μετάφραση
Πρόλαβαν τις νυχτερινές φυλακές τα μάτια μου, ταράχθηκα και δεν μίλησα. Διότι αυτό, λέει, προκαλεί ταραχή, το ότι οι εχθροί κατέλαβαν εκ των προτέρων τις θέσεις των δικών μας φρουρών, δηλαδή τις επάλξεις των τειχών. Αναλογίστηκα τις αρχαίες ημέρες. Εκείνα, λέει, σκεφτόμουν μέσα μου και ταραζόμουν, πώς παλαιότερα μεν ο Θεός βοηθούσε τον λαό, ενώ τώρα τον απέρριψε. Και αυτό μου προκαλούσε αθυμία, μήπως τυχόν η αποστροφή Του απέναντί τους γίνει παντοτινή. Έφερνα στη μνήμη μου εκείνες τις παλαιές ημέρες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες