Καὶ ἑξῆς· Ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωσῆν λέγων· Λάβε τὴν ῥάβδον, καὶ ἐκκλησίασον τὴν συναγωγὴν σὺ καὶ Ἀαρὼν ὁ ἀδελφός σου, καὶ λαλήσετε πρὸς τὴν πέτραν ἐναντίον αὐτῶν, καὶ δώσει τὰ ὕδατα αὐτῆς. Καὶ ἐξοίσεται αὐτοῖς ὕδωρ ἐκ τῆς πέτρας, καὶ ποτιεῖτε τὴν συναγωγὴν καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν. Εἰκότως οὖν ἐπειδήπερ ἐν διαφόροις τόποις φαίνεται ἡ πέτρα χορηγήσασα τὸ ὕδωρ, περὶ μὲν τῆς προτέρας διὰ τῶν προκειμένων εἴρηται· Διέῤῥηξε πέτραν ἐν ἐρήμῳ, καὶ ἐπότισεν αὐτοὺς ὡς ἐν ἀβύσσῳ πολλῇ· περὶ δὲ τῆς ἑτέρας ἑξῆς ἐπάγει· Καὶ ἐξήγαγεν ὕδωρ ἐκ πέτρας, καὶ κατήγαγεν ὡς ποταμοὺς ὕδατα. Πλὴν ἀλλὰ τοσούτων αὐτοῖς χορηγηθέντων, ὅμως προσέθεντο τοῦ ἁμαρτάνειν, καὶ ἁμαρτάνειν οὐχ ἑαυτοῖς, ἀλλ᾽ αὐτῷ. Κατ᾽ αὐτοῦ γὰρ τοῦ Θεοῦ τὴν ἁμαρτίαν ἡμάρτανον, ἀσεβοῦντες διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν ἀντιλογίας. Διὸ ἐπιλέγει· Παρεπίκραναν τὸν Ὕψιστον ἐν ἀνύδρῳ· ἢ κατὰ τὸν Ἀκύλαν, Τοῦ προτερίσαι Ὑψίστῳ ἐν ἀβάτῳ· ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον, Φιλονεικεῖν τῷ Ὑψίστῳ ἐν δίψει ἐν ἀβάτῳ. Διὰ τί δὲ παρεπίκραναν τὸν Ὕψιστον ἐν ἀνύδρῳ, ἐδίδαξε Μωσῆς· μετὰ γὰρ τὸ παρασχεῖν αὐτοῖς ἐκ πέτρας τὸ ὕδωρ, ἱστορεῖ λέγων· Καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Πειρασμὸς καὶ λοιδόρησις, διὰ τὴν λοιδορίαν τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ, καὶ διὰ τὸ πειράζειν αὐτοὺς Κύριον λέγοντας· Εἰ ἔστι Θεὸς ἐν ἡμῖν, ἢ οὔ;
Μετάφραση
Και στη συνέχεια: Μίλησε ο Κύριος στον Μωυσή λέγοντας: «Πάρε τη ράβδο, και συγκέντρωσε την κοινότητα εσύ και ο Ααρών ο αδελφός σου, και να μιλήσετε στην πέτρα μπροστά τους, και θα δώσει τα νερά της. Και θα βγάλετε για αυτούς νερό από την πέτρα, και θα ποτίσετε την κοινότητα και τα ζώα τους». Εύλογα λοιπόν, επειδή σε διάφορους τόπους φαίνεται ότι η πέτρα παρείχε το νερό, για μεν την πρώτη περίπτωση έχει λεχθεί μέσω των προηγουμένων: «Έσχισε πέτρα στην έρημο, και τους πότισε σαν από μεγάλη άβυσσο»· για δε τη δεύτερη προσθέτει στη συνέχεια: «Και έβγαλε νερό από την πέτρα, και κατέβασε νερά σαν ποταμούς». Πλην όμως, παρόλο που τους χορηγήθηκαν τόσα πολλά, ωστόσο συνέχισαν να αμαρτάνουν, και να αμαρτάνουν όχι απέναντι στους εαυτούς τους, αλλά σε Αυτόν. Διότι κατά του ίδιου του Θεού διέπρατταν την αμαρτία, ασεβώντας με το να Του αντιλέγουν. Γι' αυτό προσθέτει: «Πίκραναν τον Ύψιστο σε άνυδρο τόπο»· ή κατά τον Ακύλα, «Επαναστατώντας κατά του Υψίστου σε άβατο τόπο»· ή κατά τον Σύμμαχο, «Φιλονικώντας με τον Ύψιστο μέσα στη δίψα σε άβατο τόπο». Το γιατί δε πίκραναν τον Ύψιστο σε άνυδρο τόπο, το δίδαξε ο Μωυσής· διότι, μετά την παροχή του νερού σε αυτούς από την πέτρα, διηγείται λέγοντας: «Και ονόμασε τον τόπο εκείνο Πειρασμό και λοιδορία, εξαιτίας της λοιδορίας των υιών του Ισραήλ, και επειδή πείραζαν τον Κύριο, λέγοντας: Είναι ο Θεός ανάμεσά μας, ή όχι;».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες