Πῶς ἢ τίνα τρόπον; Οὐ γὰρ μεμένηκεν ἀκατάσειστος εἰς τὸ παντελὲς ἡ κατὰ νόμον λατρεία, παρακεχώρηκε δὲ τῇ ἐν πνεύματι. Καὶ εἰσεκομίσθη λοιπὸν ἡ διὰ Χριστοῦ, κατηγοροῦσα τῆς πρώτης, ὡς οὐκ ἐχούσης τὸ ἄμεμπτον. Ἡρμόσατο δὲ καὶ ὁ Χριστὸς τὴν Ἐκκλησίαν καθάπερ τινὰ παρθένον ἁγνὴν, τὴν ἀρχαίαν ἐκείνην καὶ πρώτην ἀφείς. Ἔκλειψις δὴ οὖν καὶ σαλευομένη ταύτῃτοι δικαίως ἡ τῶν Ἰουδαίων νοεῖται Συναγωγή. Ὅτι δὲ οὐδεὶς ἐν νόμῳ δικαιοῦται παρὰ Θεῷ, οὔτε μὴν ἐν τῇ τῶν Ἰουδαίων Συναγωγῇ τῆς τοῦ Θεοῦ γαληνότητος ἡ μέθεξις ἦν («Ὁ γὰρ νόμος ὀργὴν κατεργάζεται,» κατὰ τὸ γεγραμμένον), ὑποφήνειεν ἂν αἰνιγματωδῶς τῶν Ἰούδα παίδων ἡ γένεσις, συνῳκηκότων τῇ Θάμαρ. Ἣρ μὲν γὰρ ὁ πρωτότοκός ἐστι δερμάτινος, ἤτοι γήϊνος. Ἐπείπερ δὲ ἦν πονηρὸς, θανάτῳ κατεδικάζετο. Πονηρὸς δὲ κατὰ τὸ ἀληθὲς ὁ πρῶτος ὤφθη λαὸς, καταγογγύζων Θεοῦ καὶ λέγων· «Μὴ δυνήσεται ὁ Θεὸς ἑτοιμάσαι τράπεζαν ἐν ἐρήμῳ;
Μετάφραση
Πώς ή με ποιον τρόπο; Διότι η λατρεία σύμφωνα με τον νόμο δεν παρέμεινε εντελώς ακλόνητη, αλλά παραχώρησε τη θέση της στη λατρεία εν πνεύματι. Και εισήχθη, λοιπόν, αυτή διά του Χριστού, η οποία ελέγχει την πρώτη, επειδή δεν ήταν άμεμπτη. Ο Χριστός αρραβωνιάστηκε την Εκκλησία σαν αγνή παρθένο, εγκαταλείποντας εκείνη την αρχαία και πρώτη. Γι' αυτό τον λόγο, λοιπόν, δικαίως θεωρείται ότι η Συναγωγή των Ιουδαίων υφίσταται έκλειψη και κλονίζεται. Και το ότι κανείς δεν δικαιώνεται ενώπιον του Θεού μέσω του νόμου, ούτε υπήρχε βέβαια στη Συναγωγή των Ιουδαίων μέθεξη της γαληνότητας του Θεού («διότι ο νόμος κατεργάζεται οργή», όπως είναι γραμμένο), θα μπορούσε να το υποδηλώσει αινιγματικά η γέννηση των γιων του Ιούδα, οι οποίοι συζεύχθηκαν τη Θάμαρ. Διότι ο πρωτότοκος Ηρ σημαίνει δερμάτινος, δηλαδή γήινος. Επειδή δε ήταν πονηρός, καταδικάστηκε σε θάνατο. Και πονηρός αποδείχθηκε στ' αλήθεια ο πρώτος λαός, που γόγγυζε εναντίον του Θεού και έλεγε: «Μήπως μπορεί ο Θεός να ετοιμάσει τραπέζι στην έρημο;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες