Καίτοι γὰρ ἄθραυστον οὖσαν τὴν Βαβυλωνίων, καὶ δυσαντήτῳ δυνάμει χρωμένην, δέδωκεν εἰς ἐρήμωσιν. Ἐπαφῆκε γὰρ αὐτοῖς τὸν Καμβύσου Κῦρον. Τῆς τοιαύτης φειδοῦς ἀπολαῦσαι γλιχόμενοι φασὶ τό· «Ποῦ ἔστι ὁ ζῆλός σου, καὶ ὁ θυμός σου; Ποῦ ἔστι τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου, ὅτι ἀνέσχου ἡμῶν;» Διψῶσι δὲ πάλιν τὸν ἔλεον, καὶ τὴν ἐπὶ πολλοῖς παραπτώμασι δοθεῖσαν αὐτοῖς ἡμερότητα, καὶ φιλανθρωπίαν. Ἠνέσχετο γὰρ αὐτῶν, καὶ οὐ φορητῶς ἔσθ᾽ ὅτε παροτρυνόντων αὐτῶν αὐτὸν κατελάλησαν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἐξεπείρασαν αὐτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν λέγοντες, Μὴ δυνήσεται ὁ Θεὸς ἑτοιμάσαι τράπεζαν ἐν ἐρήμῳ, ὅτι ἐπάταξε πέτραν, καὶ ἐῤῥύησαν ὕδατα, καὶ χείμαῤῥοι κατεκλύσθησαν;
Μετάφραση
Αν και η εξουσία των Βαβυλωνίων ήταν ακατάβλητη και διέθετε ακαταμάχητη δύναμη, την παρέδωσε σε ερήμωση. Διότι εξαπέλυσε εναντίον τους τον Κύρο, τον γιο του Καμβύση. Επιθυμώντας διακαώς να απολαύσουν τέτοια ευσπλαχνία, λένε το εξής: «Πού είναι ο ζήλος σου και ο θυμός σου; Πού είναι το πλήθος του ελέους σου και των οικτιρμών σου, διότι τα συγκράτησες από εμάς;» Διψούν δε πάλι το έλεος και την πραότητα και τη φιλανθρωπία που τους είχε δοθεί παρά τα πολλά τους παραπτώματα. Διότι τους ανέχθηκε, ακόμη και όταν κάποιες φορές τον παρότρυναν σε οργή με τρόπο ανυπόφορο, καταλαλώντας τον στην έρημο και εκπειράζοντάς τον στις καρδιές τους, λέγοντας: «Μήπως θα μπορέσει ο Θεός να ετοιμάσει τραπέζι στην έρημο, επειδή χτύπησε την πέτρα και έτρεξαν νερά και πλημμύρισαν χείμαρροι;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες