Πῶς δὲ κατελάλησαν ἢ τάδε διανοηθέντες, εἰ καὶ μὴ χείλεσι φθεγξάμενοι, ἀλλὰ ταῖς ψυχαῖς λογισάμενοι, ἃ δὴ ὁ καρδιογνώστης εἰδὼς ἤκουσε; Διὸ εἴρηται· Ἤκουσε Κύριος καὶ ἀνεβάλετο. Ἀνθ᾽ οὗ ὁ μὲν Ἀκύλας, Καὶ ἀνυπερθέτησεν, ἡρμήνευσε, τουτέστιν, οὐχ ὑπερέθετο· ὁ δὲ Σύμμαχος, Καὶ ἐχολώθη· εἶτα, Καὶ πῦρ ἀνήφθη, φησὶν, ἐν Ἰακὼβ, καὶ ὀργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ. Καὶ παρὰ Μωσεῖ δὲ γέγραπται· Καὶ ἦν ὁ λαὸς γογγύζων ἐναντίον Κυρίου, καὶ ἤκουσε Κύριος, καὶ ἐθυμώθη ὀργὴ αὐτοῦ· καὶ ἐξεκαύθη ἐν αὐτοῖς πῦρ παρὰ Κυρίου, καὶ κατέφαγε μέρος τῆς παρεμβολῆς. Καὶ ἐκέκραξεν ὁ λαὸς πρὸς Μωσῆν· καὶ ηὔξατο Μωσῆς πρὸς Κύριον, καὶ ἐκόπασε τὸ πῦρ. Καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Ἐμπυρισμός, ὅτι ἐξεκαύθη ἐν αὐτοῖς πῦρ παρὰ Κυρίου. Διὸ καὶ ἐν τῷ μετὰ χεῖρας εἴρηται· Καὶ ἀνήφθη πῦρ ἐν Ἰακὼβ, καὶ ὀργὴ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ, ὅτι οὐκ ἐπίστευσαν ἐν τῷ Θεῷ, οὐδὲ ἤλπισαν ἐπὶ τὸ σωτήριον αὐτοῦ. Καὶ ἐνετείλατο νεφέλαις ὑπεράνωθεν, καὶ θύρας οὐρανοῦ ἀνέῳξε. Καὶ ἔβρεξεν ἐπ᾽ αὐτοὺς μάννα φαγεῖν, καὶ ἄρτον οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς. Ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος. Τὸ δὲ, Ἐνετείλατο νεφέλαις ὑπεράνωθεν, αἰνίττεσθαί μοι δοκεῖ πρόσταγμα δεδόσθαι ἀγγελικαῖς δυνάμεσι, ταῖς εἰς τὰ παράδοξα τότε διακονουμέναις, δι᾽ ὧν καὶ τὸ μάννα ἐχορηγεῖτο τῷ λαῷ.
Μετάφραση
Πώς, όμως, καταλάλησαν, παρά έχοντας αυτά κατά νου, έστω κι αν δεν τα εξέφρασαν με τα χείλη, αλλά τα συλλογίστηκαν στις ψυχές τους, τα οποία ακριβώς ο Καρδιογνώστης, επειδή τα γνώριζε, τα άκουσε; Γι' αυτό έχει λεχθεί: «Άκουσε ο Κύριος και ανέβαλε». Αντί αυτού ο μεν Ακύλας ερμήνευσε: «Και ανυπερθέτησεν», δηλαδή δεν ανέβαλε· ο δε Σύμμαχος: «Και εχολώθη [οργίστηκε]»· έπειτα λέει: «Και άναψε φωτιά στον Ιακώβ, και οργή ανέβηκε εναντίον του Ισραήλ». Και στα βιβλία του Μωυσή, επίσης, έχει γραφτεί: «Και ο λαός γόγγυζε ενώπιον του Κυρίου, και άκουσε ο Κύριος, και άναψε η οργή του· και ξέσπασε ανάμεσά τους φωτιά από τον Κύριο, και κατέφαγε ένα μέρος του στρατοπέδου. Και κραύγασε ο λαός προς τον Μωυσή· και προσευχήθηκε ο Μωυσής στον Κύριο, και κόπασε η φωτιά. Και ονομάστηκε εκείνος ο τόπος Εμπυρισμός, επειδή άναψε ανάμεσά τους φωτιά από τον Κύριο». Γι' αυτό και στο προκείμενο χωρίο έχει λεχθεί: «Και άναψε φωτιά στον Ιακώβ, και οργή ανέβηκε εναντίον του Ισραήλ, διότι δεν πίστεψαν στον Θεό, ούτε ήλπισαν στη σωτηρία του. Και έδωσε εντολή στα σύννεφα από πάνω, και άνοιξε τις πύλες του ουρανού. Και έβρεξε σε αυτούς μάννα για να φάνε, και άρτο ουρανού τους έδωσε. Άρτο αγγέλων έφαγε ο άνθρωπος». Το δε «Έδωσε εντολή στα σύννεφα από πάνω», μου φαίνεται ότι υπονοεί πως δόθηκε πρόσταγμα στις αγγελικές δυνάμεις, εκείνες που διακονούσαν τότε τα παράδοξα γεγονότα, μέσω των οποίων χορηγούνταν και το μάννα στον λαό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες