Ὅλην τὴν ἡμέραν ὠνείδιζόν με οἱ ἐχθροί μου. Καταγέλαστος ἐγενόμην τοῖς δυσμενέσιν· οἱ δὲ πάλαι με ζηλοῦντες κατὰ τῶν ἐμῶν ὀμνύουσι συμφορῶν, εὐχόμενοι μὴ ἴσα παθεῖν. Τὸ δὲ, μετὰ σποδοῦ, αὐτὸ παραπλήσιον τῷ ἑβδομηκοστῷ ἐννάτῳ ψαλμῷ· Ψωμιεῖς ἡμᾶς ἄρτῳ δακρύων. Εἰ δὲ ὁ τῆς τροφῆς καιρὸς ὀδύνης ὑπῆρχε μεστὸς, σχολῇ γ᾽ ἂν ἄλλος ἀπήλλακτο πάθους. Καὶ οἱ ἐπαινοῦντές με κατ᾽ ἐμοῦ ὤμνυον. Καὶ οἱ φίλοι, φησὶν, οἱ πάλαι θαυμάζοντές με, ὅρκον ἐποιοῦντο τὰς ἐμὰς συμφορὰς, λέγοντες· Μὴ τὰ αὐτὰ τῷ Ἰσραὴλ πάθοιμι!
Μετάφραση
Όλη την ημέρα με ονείδιζαν οι εχθροί μου. Έγινα περίγελος στους εχθρούς· εκείνοι δε που παλαιότερα με ζήλευαν, ορκίζονται στις δικές μου συμφορές, ευχόμενοι να μην πάθουν τα ίδια. Η δε φράση «μαζί με στάχτη», είναι παρόμοια με εκείνη του εβδομηκοστού ένατου ψαλμού: «Θα μας θρέψεις με άρτο δακρύων». Εάν δε η ώρα της τροφής ήταν γεμάτη από οδύνη, πολύ δύσκολα κάποια άλλη ώρα θα ήταν απαλλαγμένη από τον πόνο. Και εκείνοι που με επαινούσαν, ορκίζονταν εναντίον μου. Και οι φίλοι, λέει, οι οποίοι παλαιότερα με θαύμαζαν, καθιστούσαν τις δικές μου συμφορές όρκο, λέγοντας: «Είθε να μην πάθω τα ίδια με τον Ισραήλ!».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες